Ο Κάρλος Ντρουμόντ ντε Αντράντε (Carlos Drummond de Andrade, 1902-1987) θεωρείται ως ο μεγαλύτερος σύγχρονος ποιητής της Βραζιλίας και είναι κάτι σαν εθνικό σύμβολο της χώρας. Εδώ θα έχουμε μια πρώτη γνωριμία με το έργο του, με δύο από τα πιο γνωστά ποιήματά του, μεταφρασμένα από τα πορτογαλικά στα ελληνικά από έναν εξαίρετο βραζιλιάνο ελληνιστή, τον καθηγητή κλασικής φιλολογίας Theo de Borba Moosburger.
Η αίσθηση του κόσμου
Έχω δύο μόνο χέρια
και την αίσθηση του κόσμου,
αλλά είμαι γεμάτος σκλάβους,
οι αναμνήσεις μου κυλάνε
και το σώμα συμβιβάζεται
στη σύγκλιση της αγάπης.
Όταν σηκωθώ, ο ουρανός
θα είναι νεκρός και λεηλατημένος,
εγώ ο ίδιος θα είμαι νεκρός,
νεκρή η επιθυμία μου, νεκρός
ο βάλτος χωρίς συγχορδίες.
Τα φιλαράκια δεν είπαν
πως ήταν πόλεμος
κι ήταν ανάγκη
να φέρω φωτιά και τρόφιμα.
Αισθάνομαι διασκορπισμένος,
προ των συνόρων,
ταπεινά σας ζητώ
να με συγχωρήσετε.
Όταν τα σώματα διαβούν,
θα μείνω μόνος
ξεφτίζοντας την ανάμνηση
του καμπανιστή, της χήρας και του μικροσκοπιστή
που κατοικούσαν στην καλύβα
και δεν βρέθηκαν
το πρωί
αυτό το πρωί
το περισσότερο νύχτα από τη νύχτα.
Ν' αγαπά
Τι άλλο μπορεί ένα πλάσμα παρά,
ανάμεσα σε πλάσματα, ν’ αγαπά;
Ν’ αγαπά και να ξεχνά,
ν’ αγαπά και να κακοαγαπά,
ν’ αγαπά, να ξαγαπά, ν’ αγαπά;
πάντα, και με θολά τα μάτια ακόμα, ν’ αγαπά;
Τι άλλο μπορεί, ρωτώ, το πλάσμα της αγάπης,
μοναχικό, σε συμπαντική περιστροφή, παρά
να περιστρέφεται κι αυτό, και ν’ αγαπά;
ν’ αγαπά ό,τι φέρνουν τα κύματα στην ακροθαλασσιά,
ό,τι αυτά ενταφιάζουν, και ό,τι στη θαλασσινή αύρα
είναι αλάτι, ή ακρίβεια αγάπης, ή απλή λαχτάρα;
Ν’ αγαπά μ' επισημότητα τις παλάμες της ερήμου,
ό,τι είναι υποταγή ή παρατηρητική λατρεία,
και ν’ αγαπά το αφιλόξενο, το ωμό,
μια γλάστρα χωρίς λουλούδι, ένα σιδερένιο πάτωμα,
και το αδρανές στήθος, και το δρόμο που τον είδε σ’ όνειρο, κι ένα αρπαχτικό πουλί.
Αυτή είναι η μοίρα μας: αγάπη αμέτρητη
διασκορπισμένη στα δόλια πράγματα ή στα μηδενικά,
απεριόριστη δωρεά σε μια πλήρη αχαριστία,
και, στο άδειο κοχύλι της αγάπης, η φοβισμένη αναζήτηση
η υπομονετική για ακόμη περισσότερη αγάπη.
Ν’ αγαπάμε την ίδια μας την έλλειψη αγάπης, και μες στη στέγνα μας
ν’ αγαπάμε το έμμεσο νερό, και το ανείπωτο φιλί, και την ατέλειωτη δίψα.
Navigation
Navigation
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνεργασιες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνεργασιες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 31 Μαΐου 2022
Τετάρτη 11 Μαΐου 2022
Βιβλίο - «Κουτσό» του Χούλιο Κορτάσαρ
Συγγραφέας: Julio Cortázar
Τίτλος πρωτοτύπου: Rayuela
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
1η έκδοση στην ισπανική γλώσσα: Editorial Sudamericana, Buenos Aires 1963
Ελληνικός τίτλος: Κουτσό
Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις: Opera
Έτος έκδοσης: 2018
«Αντιμυθιστόρημα», «Xρονικό μιας τρέλας», «Ένα βίαιο τράνταγμα από το γιακά», «Κάτι σαν ατομική βόμβα», «Ένα κάλεσμα προς την αναγκαία αταξία», «Ένα γιγάντιο ευφυολόγημα», «Ένα ψέλλισμα». Αυτά είναι λίγα από τα πάμπολλα που γράφτηκαν για το Κουτσό, το μυθιστόρημα που ο Χούλιο Κορτάσαρ άρχισε να ονειρεύεται το 1958, που εκδόθηκε το 1963 κι από τότε άλλαξε την ιστορία της λογοτεχνίας και συγκλόνισε τη ζωή χιλιάδων νέων ανά τον κόσμο. Γεμάτο λογοτεχνική φιλοδοξία, σπαρταριστό, με καινοτόμα συγγραφικά εργαλεία, κατεδαφιστικό του κατεστημένου και αναζητητικό της ρίζας της ποίησης, το Κουτσό, πάνω από μισό αιώνα τώρα, συνεχίζει να διαβάζεται με περιέργεια, με δέος, κατάπληξη, με ενδιαφέρον ή αφοσίωση.
(Από την παρουσίαση της έκδοσης)
**Γράφει ο Δημήτρης Φωτεινόπουλος
Το να μιλήσει κάποιος για την υπόθεση του Κουτσό είναι πολύ δύσκολο, ως αδύνατο. Κι αυτό γιατί το Κουτσό είναι μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις μυθιστορήματος που διαλύει κάθε κώδικα παραδοσιακής αφήγησης. Είναι ένα από τα μυθιστορήματα (αλλά είναι μυθιστόρημα;) που μαζί με μερικά άλλα συνιστούν τον κανόνα της μοντέρνας αφήγησης.
Πρωταγωνιστής είναι ο Οράσιο Ολιβέιρα, ένας Αργεντίνος διανοούμενος μποέμ, που ζει στο μεταπολεμικό Παρίσι και μονίμως αναζητά κάτι που του διαφεύγει, κάτι που δεν μπορεί να βρει. Τον απασχολεί η «χαώδης αταξία του κόσμου» αλλά και το χάος του μυαλού του... Παλεύει με τον εαυτό του και με τους γύρω του ... Περιπλανιέται στο Παρίσι, σε δρόμους, βουλεβάρτα, γέφυρες, καφέ, πλατείες, μόνος ή με τη Μάγα, τη σύντροφό του... Βρίσκεται σε παρισινά διαμερίσματα και εμπλέκεται σε ατέρμονες συζητήσεις στη «Λέσχη του φιδιού»... Κάποια στιγμή επιστρέφει στο Μπουένος Άιρες όπου προσπαθεί να επανασυνδεθεί με φίλους από τα παιδικά του χρόνια.
Το Κουτσό διαβάζεται με πολλούς τρόπους: είτε με την κανονική συμβατική σειρά, όπως συνήθισε να διαβάζει η ανθρωπότητα επί αιώνες είτε με αλλεπάλληλα πισωγυρίσματα, σα να κάνει κάποιος κουτσό. Ο ίδιος ο συγγραφέας δίνει παραπομπές και σχετικές οδηγίες στο τέλος κάθε κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα δεν είναι ένα βιβλίο αλλά πολλά μαζί: υπάρχουν όλων των ειδών τα κείμενα, από ειδήσεις σε εφημερίδες, ποιήματα και αποσπάσματα άλλων συγγραφέων μέχρι παραληρηματικές αφηγήσεις διανοητικά διαταραγμένων ατόμων, τραγούδια και μελωδίες τζαζ...
Ένα βιβλίο δύσκολο, που προσωπικά το απόλαυσα γιατί με ρούφηξε όπως ο Οδυσσέας του Τζόις, τα κείμενα της Βιρτζίνια Γουλφ, Η συνείδηση του Ζήνωνα του Ίταλο Σβέβο, ο Σελίν και ο Προυστ...
Ο Χούλιο Κορτάσαρ, που πέθανε στις 12 Φλεβάρη του 1984 στο Παρίσι, είναι ένας υπέροχος συγγραφέας. Εξαίρετος, γοητευτικός....
Τίτλος πρωτοτύπου: Rayuela
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
1η έκδοση στην ισπανική γλώσσα: Editorial Sudamericana, Buenos Aires 1963
Ελληνικός τίτλος: Κουτσό
Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις: Opera
Έτος έκδοσης: 2018
«Αντιμυθιστόρημα», «Xρονικό μιας τρέλας», «Ένα βίαιο τράνταγμα από το γιακά», «Κάτι σαν ατομική βόμβα», «Ένα κάλεσμα προς την αναγκαία αταξία», «Ένα γιγάντιο ευφυολόγημα», «Ένα ψέλλισμα». Αυτά είναι λίγα από τα πάμπολλα που γράφτηκαν για το Κουτσό, το μυθιστόρημα που ο Χούλιο Κορτάσαρ άρχισε να ονειρεύεται το 1958, που εκδόθηκε το 1963 κι από τότε άλλαξε την ιστορία της λογοτεχνίας και συγκλόνισε τη ζωή χιλιάδων νέων ανά τον κόσμο. Γεμάτο λογοτεχνική φιλοδοξία, σπαρταριστό, με καινοτόμα συγγραφικά εργαλεία, κατεδαφιστικό του κατεστημένου και αναζητητικό της ρίζας της ποίησης, το Κουτσό, πάνω από μισό αιώνα τώρα, συνεχίζει να διαβάζεται με περιέργεια, με δέος, κατάπληξη, με ενδιαφέρον ή αφοσίωση.
(Από την παρουσίαση της έκδοσης)
**Γράφει ο Δημήτρης Φωτεινόπουλος
Το να μιλήσει κάποιος για την υπόθεση του Κουτσό είναι πολύ δύσκολο, ως αδύνατο. Κι αυτό γιατί το Κουτσό είναι μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις μυθιστορήματος που διαλύει κάθε κώδικα παραδοσιακής αφήγησης. Είναι ένα από τα μυθιστορήματα (αλλά είναι μυθιστόρημα;) που μαζί με μερικά άλλα συνιστούν τον κανόνα της μοντέρνας αφήγησης.
Πρωταγωνιστής είναι ο Οράσιο Ολιβέιρα, ένας Αργεντίνος διανοούμενος μποέμ, που ζει στο μεταπολεμικό Παρίσι και μονίμως αναζητά κάτι που του διαφεύγει, κάτι που δεν μπορεί να βρει. Τον απασχολεί η «χαώδης αταξία του κόσμου» αλλά και το χάος του μυαλού του... Παλεύει με τον εαυτό του και με τους γύρω του ... Περιπλανιέται στο Παρίσι, σε δρόμους, βουλεβάρτα, γέφυρες, καφέ, πλατείες, μόνος ή με τη Μάγα, τη σύντροφό του... Βρίσκεται σε παρισινά διαμερίσματα και εμπλέκεται σε ατέρμονες συζητήσεις στη «Λέσχη του φιδιού»... Κάποια στιγμή επιστρέφει στο Μπουένος Άιρες όπου προσπαθεί να επανασυνδεθεί με φίλους από τα παιδικά του χρόνια.
Το Κουτσό διαβάζεται με πολλούς τρόπους: είτε με την κανονική συμβατική σειρά, όπως συνήθισε να διαβάζει η ανθρωπότητα επί αιώνες είτε με αλλεπάλληλα πισωγυρίσματα, σα να κάνει κάποιος κουτσό. Ο ίδιος ο συγγραφέας δίνει παραπομπές και σχετικές οδηγίες στο τέλος κάθε κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα δεν είναι ένα βιβλίο αλλά πολλά μαζί: υπάρχουν όλων των ειδών τα κείμενα, από ειδήσεις σε εφημερίδες, ποιήματα και αποσπάσματα άλλων συγγραφέων μέχρι παραληρηματικές αφηγήσεις διανοητικά διαταραγμένων ατόμων, τραγούδια και μελωδίες τζαζ...
Ένα βιβλίο δύσκολο, που προσωπικά το απόλαυσα γιατί με ρούφηξε όπως ο Οδυσσέας του Τζόις, τα κείμενα της Βιρτζίνια Γουλφ, Η συνείδηση του Ζήνωνα του Ίταλο Σβέβο, ο Σελίν και ο Προυστ...
Ο Χούλιο Κορτάσαρ, που πέθανε στις 12 Φλεβάρη του 1984 στο Παρίσι, είναι ένας υπέροχος συγγραφέας. Εξαίρετος, γοητευτικός....
Ετικετες
Βιβλια,
Λογοτεχνία,
Μεταφραση,
Μυθιστόρημα,
Συνεργασιες
Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2021
Βιβλίο - «Η σκιά του ανέμου» του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν
Συγγραφέας: Carlos Ruiz Zafón
Τίτλος πρωτοτύπου: La sombra del viento
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
1η έκδοση στην ισπανική γλώσσα: Editorial Planeta, Βαρκελώνη 2001
Ελληνικός τίτλος: Η σκιά του ανέμου
Μετάφραση: Βασιλική Κνήτου
Επιμέλεια - Διορθώσεις: Ελένη Γεωργοστάθη
Εκδόσεις: Ψυχογιός
Έτος 2ης (παρούσας) έκδοσης: 2012 (1η έκδοση, Λιβάνης 2004)
**Γράφει ο Βαγγέλης Πρωτόπαπας
Εκπαιδευτικός - Μουσικός
Γυρίζοντας στην Ελλάδα μετά από ένα ταξίδι μου στη Βαρκελώνη, έφερα μαζί μου ένα εξαιρετικό σουβενίρ από την πρωτεύουσα της Καταλονίας: Ένα διάσημο βιβλίο του Βαρκελωνέζου Κάρλος Ρουίθ Θαφόν, την Σκιά του ανέμου (La sombra del viento), πολυβραβευμένο και με φήμη που να ξεπερνά τα σύνορα της Ισπανίας. Θέλοντας να δοκιμάσω τα όρια της ικανότητάς μου στην κατανόηση της ισπανικής γλώσσας, ξεκίνησα την ανάγνωση και βρέθηκα μέσα σε έναν ωκεανό δυσκολίας λέξεων, εκφράσεων, ιδιωματισμών, αλλά και μιας παράλληλης γοητείας.
Η ιστορία ξεκινά στη Βαρκελώνη το 1945 όταν ο δεκάχρονος Ντανιέλ, που έχει χάσει τη μητέρα του μόλις τεσσάρων ετών, οδηγείται από τον πατέρα του στο «Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων», μια μυστική βιβλιοθήκη-λαβύρινθο γεμάτη με ξεχασμένα βιβλία που δεν εκδίδονται πια. Εκεί του δίνει τη δυνατότητα να διαλέξει ένα βιβλίο και αυτός επιλέγει την Σκιά του ανέμου, ένα βιβλίο ενός άγνωστου συγγραφέα με το όνομα Χουλιάν Καράξ .Έχοντας πάρει υπό την προστασία του αυτό το μοναδικό στον κόσμο αντίτυπο, γρήγορα μαθαίνει ότι ένας μυστηριώδης και σκοτεινός τύπος ψάχνει και καίει μετά μανίας όλα τα έργα του Καράξ. Από το σημείο αυτό και έπειτα η ζωή του μπαίνει σε μια οδύσσεια αναζήτησης στοιχείων γύρω από τη ζωή του αινιγματικού συγγραφέα και τον άδοξο θάνατό του. Όλα αυτά εξελίσσονται μέσα σε μια Βαρκελώνη μουντή και σκοτεινή, κάνοντας φλας μπακ στα χρόνια του εμφυλίου αλλά και παλιότερα στις αρχές του 20ου αιώνα, μια πόλη πολύ διαφορετική από αυτή που γνώρισα.
Κινητήρια δύναμη της πλοκής αρκετοί χαρακτήρες που αναπτύσσονται ολοκληρωμένα και συνδέονται με τον Ντανιέλ και τον Χουλιάν Καράξ, και βάζουν τον αναγνώστη να ακολουθήσει με κομμένη την ανάσα την αφήγηση του Θαφόν. Δυνατές φιλίες, ανεκπλήρωτοι έρωτες, ενδόμυχα απωθημένα και πάθη, δολοφονίες, εγκλήματα, όλα αυτά μέσα σε ένα κλίμα μυστηρίου δίνουν στροφές στην πλοκή της δράσης. Ο Καρλος Θαφόν, μάστορας της αφήγησης, κλείνει αριστοτεχνικά τα επιμέρους κεφάλαια του βιβλίου αφήνοντας τον αναγνώστη σε άρσεις αναμονής. Προς το τέλος του βιβλίου, τα ίδια τα γεγονότα ξαναπαρουσιάζονται μέσα από την οπτική ενός άλλου προσώπου, που φωτίζει διαφορετικά σκοτεινά σημεία της ίδιας αφήγησης και ξεδιπλώνει μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας. Όταν τελειώσει και αυτό το τέχνασμα, ο Θαφόν οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα συγκλονιστικό παρόν όπου κορυφώνεται η αγωνία. Εκεί κάθε δευτερόλεπτο παγώνει και θαρρείς ότι βλέπεις την ιστορία να εξελίσσεται σε αργό γύρισμα. Αν και ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι η αφήγηση τελειώνει, ο συγγραφέας τραβάει μια κουρτίνα και αποκαλύπτεται μια άλλη πραγματικότητα. Το βιβλίο κλείνει ανοίγοντας έναν άλλο κύκλο, χρησιμοποιώντας τεχνικές κινηματογραφικής γραμματικής και ροής, κρατώντας την αγωνία και το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία του σελίδα.
Ίσως για αυτόν τον λόγο Η σκιά του ανέμου είχε τεράστια εμπορική επιτυχία και πούλησε πολλά εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο, και ακόμα μεταφράστηκε σε 36 γλώσσες απογειώνοντας παγκοσμίως τη φήμη του Θαφόν. Ο συγγραφέας στη συνέχεια έγραψε άλλα τρία βιβλία με κεντρικό θέμα το «Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων» και η τετραλογία του ολοκληρώθηκε το 2016. Δυστυχώς εγκατέλειψε αυτόν τον μάταιο κόσμο τον Ιούνη του 2020 νικημένος από τον καρκίνο σε ηλικία μόλις 56 ετών.
***Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Όλα είναι λέξεις.
Τίτλος πρωτοτύπου: La sombra del viento
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
1η έκδοση στην ισπανική γλώσσα: Editorial Planeta, Βαρκελώνη 2001
Ελληνικός τίτλος: Η σκιά του ανέμου
Μετάφραση: Βασιλική Κνήτου
Επιμέλεια - Διορθώσεις: Ελένη Γεωργοστάθη
Εκδόσεις: Ψυχογιός
Έτος 2ης (παρούσας) έκδοσης: 2012 (1η έκδοση, Λιβάνης 2004)
**Γράφει ο Βαγγέλης Πρωτόπαπας
Εκπαιδευτικός - Μουσικός
Γυρίζοντας στην Ελλάδα μετά από ένα ταξίδι μου στη Βαρκελώνη, έφερα μαζί μου ένα εξαιρετικό σουβενίρ από την πρωτεύουσα της Καταλονίας: Ένα διάσημο βιβλίο του Βαρκελωνέζου Κάρλος Ρουίθ Θαφόν, την Σκιά του ανέμου (La sombra del viento), πολυβραβευμένο και με φήμη που να ξεπερνά τα σύνορα της Ισπανίας. Θέλοντας να δοκιμάσω τα όρια της ικανότητάς μου στην κατανόηση της ισπανικής γλώσσας, ξεκίνησα την ανάγνωση και βρέθηκα μέσα σε έναν ωκεανό δυσκολίας λέξεων, εκφράσεων, ιδιωματισμών, αλλά και μιας παράλληλης γοητείας.
Η ιστορία ξεκινά στη Βαρκελώνη το 1945 όταν ο δεκάχρονος Ντανιέλ, που έχει χάσει τη μητέρα του μόλις τεσσάρων ετών, οδηγείται από τον πατέρα του στο «Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων», μια μυστική βιβλιοθήκη-λαβύρινθο γεμάτη με ξεχασμένα βιβλία που δεν εκδίδονται πια. Εκεί του δίνει τη δυνατότητα να διαλέξει ένα βιβλίο και αυτός επιλέγει την Σκιά του ανέμου, ένα βιβλίο ενός άγνωστου συγγραφέα με το όνομα Χουλιάν Καράξ .Έχοντας πάρει υπό την προστασία του αυτό το μοναδικό στον κόσμο αντίτυπο, γρήγορα μαθαίνει ότι ένας μυστηριώδης και σκοτεινός τύπος ψάχνει και καίει μετά μανίας όλα τα έργα του Καράξ. Από το σημείο αυτό και έπειτα η ζωή του μπαίνει σε μια οδύσσεια αναζήτησης στοιχείων γύρω από τη ζωή του αινιγματικού συγγραφέα και τον άδοξο θάνατό του. Όλα αυτά εξελίσσονται μέσα σε μια Βαρκελώνη μουντή και σκοτεινή, κάνοντας φλας μπακ στα χρόνια του εμφυλίου αλλά και παλιότερα στις αρχές του 20ου αιώνα, μια πόλη πολύ διαφορετική από αυτή που γνώρισα.
Κινητήρια δύναμη της πλοκής αρκετοί χαρακτήρες που αναπτύσσονται ολοκληρωμένα και συνδέονται με τον Ντανιέλ και τον Χουλιάν Καράξ, και βάζουν τον αναγνώστη να ακολουθήσει με κομμένη την ανάσα την αφήγηση του Θαφόν. Δυνατές φιλίες, ανεκπλήρωτοι έρωτες, ενδόμυχα απωθημένα και πάθη, δολοφονίες, εγκλήματα, όλα αυτά μέσα σε ένα κλίμα μυστηρίου δίνουν στροφές στην πλοκή της δράσης. Ο Καρλος Θαφόν, μάστορας της αφήγησης, κλείνει αριστοτεχνικά τα επιμέρους κεφάλαια του βιβλίου αφήνοντας τον αναγνώστη σε άρσεις αναμονής. Προς το τέλος του βιβλίου, τα ίδια τα γεγονότα ξαναπαρουσιάζονται μέσα από την οπτική ενός άλλου προσώπου, που φωτίζει διαφορετικά σκοτεινά σημεία της ίδιας αφήγησης και ξεδιπλώνει μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας. Όταν τελειώσει και αυτό το τέχνασμα, ο Θαφόν οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα συγκλονιστικό παρόν όπου κορυφώνεται η αγωνία. Εκεί κάθε δευτερόλεπτο παγώνει και θαρρείς ότι βλέπεις την ιστορία να εξελίσσεται σε αργό γύρισμα. Αν και ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι η αφήγηση τελειώνει, ο συγγραφέας τραβάει μια κουρτίνα και αποκαλύπτεται μια άλλη πραγματικότητα. Το βιβλίο κλείνει ανοίγοντας έναν άλλο κύκλο, χρησιμοποιώντας τεχνικές κινηματογραφικής γραμματικής και ροής, κρατώντας την αγωνία και το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία του σελίδα.
Ίσως για αυτόν τον λόγο Η σκιά του ανέμου είχε τεράστια εμπορική επιτυχία και πούλησε πολλά εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο, και ακόμα μεταφράστηκε σε 36 γλώσσες απογειώνοντας παγκοσμίως τη φήμη του Θαφόν. Ο συγγραφέας στη συνέχεια έγραψε άλλα τρία βιβλία με κεντρικό θέμα το «Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων» και η τετραλογία του ολοκληρώθηκε το 2016. Δυστυχώς εγκατέλειψε αυτόν τον μάταιο κόσμο τον Ιούνη του 2020 νικημένος από τον καρκίνο σε ηλικία μόλις 56 ετών.
***Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Όλα είναι λέξεις.
Ετικετες
Αναδημοσιεύσεις,
Βιβλια,
Λογοτεχνία,
Μυθιστόρημα,
Συνεργασιες
Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019
"Νυκτουρία" - Διήγημα

"Σκάκι των τεσσάρων εποχών ή 'Τετρεποχικό' σκάκι"
Από το Libro de los Juegos (Βιβλίο των Παιγνίων)
του Αλφόνσου Ι' του Σοφού
(Πηγή φωτογραφίας)
****Ακόμα μια ενδιαφέρουσα συνεργασία του φίλου του ιστολογίου που υπογράφει με το ψευδώνυμο "Καλοπροαίρετος", για την οποία τον ευχαριστούμε πολύ.
Νυκτουρία
- Πάλι;
- Πάλι. Ρολόι το άτιμο.
- Θα σηκωθείς;
- Όχι, θα ξεξυπνήσω για τα καλά• επιτόπου, στην κοιτωνίδα. Θα με πάει άλλη μία σε είκοσι λεπτά, και μετά τέλος, θα με αφήσει ήσυχο μέχρι το πρωί.
- Κι εγώ λαγοκοιμάμαι, μη νομίζεις• το 'βρασα με τη σιέστα. Θέλεις να παίξουμε ένα προφορικό τετρεποχικό, να ξεγελάσουμε την ώρα;
- Μπα• ύστερα από τριάντα χρόνια γάμου, έχουμε μάθει απέξω και ανακατωτά ο ένας τα κόλπα και τα στρατηγήματα του άλλου, δεν υπάρχει παρτίδα που να μην έχουμε ξαναπαίξει. Αν είναι, λίγη κουβεντούλα, να μου έρθουν και τα τελευταία, και να ξανακοιμηθώ.
- Θέλεις να παραβγούμε στην ποίηση;
- Γιατί όχι; Μόνο Μανρίκε μην πιάσεις, είναι βαρύς για δύο τα χαράματα• καμιά σερανίγια ή κανένα ρομανθέρο, μέχρι εκεί. Ξεκινώ: Μια σταλιά είν' η καρδερίνα και τ' αηδόνι μια σταλιά...
- ....κι όμως πιο γλυκά λαλούνε κι απ' τα πιο τρανά πουλιά• (1) Αρχιερέας Ρούιθ. Εύκολο. Σειρά μου: Σε πανέμορφη κοιλάδα ροδολούλουδα γεμάτη...
- ...είδα τρεις καλοκυράδες που γυρεύαν την αγάπη• (2) Μαρκήσιος ντε Σαντιλιάνα. Αφελείς κοινοτοπίες• με μουσική υπόκρουση κάτι πάει κι έρχεται, ξεροσφύρι όμως δεν πάνε κάτω με τίποτα.
- Έπη δεν παίζουν;
- Ιππότες και ανδραγαθήματα θέλει η κουτσούνα μου; Τέτοια να σου φτιάξω εγώ στο γόνατο όσα θέλεις. Λοιπόν, άκου:
Η μεγαλοθυμία του Καπιτάν Γκονθάλο Φερνάντεθ της Κόρδοβα
Ο δον Γκονθάλο κίνησε να πάρει τη Γρανάδα.
Σύναξε και αρμάτωσε πιστούς στο βασιλέα,
δυο πήχες λάβαρο έσιαξε για τον μπαϊρακτάρη,
και σάλπιγγα βροντόφωνη του μπουραζάνη ορίζει.
Καβάλησε τον ρούσσο του, στον κάμπο ροβολάει.
Άστραφτ' η πανοπλία του σαν το κρουστό μπακίρι.
Πέμπει μπροστά βηματιστή, αντάμα κι ιχνηλάτη,
δρόμο κρυφό να εύρουνε, στην πλάτη να τους βγούνε.
Πήγανε, βάλανε ντορό και μυστικά σημάδια,
γυρίσαν, και του Καπιτάν μηνύσαν το χαμπέρι.
Ξεκίνησαν οι Χριστιανοί σαν έπεσε το δείλι,
στον ύπνο να τους πιάσουνε τους άπιστους τους Μόρους.
Ατός του στρατηλάταγε στο άτι του απάνω,
κι έδινε θάρρος του μιανού, εγκάρδιωνε τον άλλο.
Εκεί προς τα μεσάνυχτα, είχανε πια ζυγώσει,
χαμένο βρίσκουν τον ντορό, άφαντα τα σημάδια.
Στη στράτα εξεσείρισαν, αλλόγυρους εκάναν.
Αντάρα ξεσηκώθηκε, τον φταίχτη για να βρούνε.
- Αρχόντοι και κοντόσταυλοι, σκούταροι και πεόνες,
δεν φταίει ο βηματιστής, μήτε ο ιχνηλάτης.
Σημάδια βάλανε σωστά, ντορό καλό εφτιάξαν.
Αέρηδες τα σάρωσαν, νεροσυρμές τα ήπιαν.
Σπολλάτη σου, βηματιστή, άφεριμ, ιχνηλάτη.
Παινέματα σάς πρέπουνε και όχι κατηγόριες.
Στο δείπνο που θα στρώσουμε σαν διώξουμε τους Μόρους,
δίπλα μου θα καθήσετε στο γιορτινό τραπέζι.
- Μμμ, δεν είναι κακό...
- ...αλλά δεν είναι και καλό. Εντάξει, καλό είναι, αν λογαριάσεις ότι το ταίριαξα από μνήμης σε λίγα λεπτά• και κάλλιστο, αν το συγκρίνεις με τα πιλάφια της Ανθολογίας του Μπαένα. Παρατήρησες κάτι;
- Εξέταση μού κάνεις; Προφανές: ιστορεί σημερινά γεγονότα, με τη γλώσσα και την τεχνοτροπία του Άσματος του μίο Θιδ, τρεις αιώνες πίσω.
- Πάντα έλεγα ότι έχεις αντίληψη.
- Τίποτα καινούργιο πες. Σήκω να το γράψεις, θα το ξεχάσεις. Να σου ανάψω το καντηλέρι στο σεκρετάριο;
- Ούτε σηκώνομαι, ούτε φώτα θέλω• δεν θα με παίρνει μετά ο ύπνος. Κι έπειτα, σιγά τη νέα Αινειάδα. Να είχε κάποια πρωτοτυπία, να ήταν, ας πούμε, αφηγητής το σπαθί τού Καπιτάν Γκονθάλο, ή να προχωρούσε η διήγηση με ανάποδη χρονική σειρά, να το συζητούσαμε.
- Πρωτοποριακές συλλήψεις, δεν νομίζω ότι ο κόσμος είναι έτοιμος να τις δεχτεί και να τις καταλάβει. Το άλλο, προχωράει;
- Ποιο, εκείνη η ραψωδία για τα ταξίδια του Γενουάτη που σκαρώνω; Κοντεύω, στο χτένισμα είμαι τώρα, στην δέκατη ωδή βρίσκομαι, δώδεκα έχει συνολικά. Ό,τι αξίζει όμως είναι η καινοτόμα μετρική του: έχω εξελίξει την τέρτσα ρίμα του Δάντη, ώστε να απομνημονεύεται και στη συνέχεια να απαγγέλλεται ή και να τραγουδιέται ευκολότερα. Όταν το τελειώσω, θα το σπρώξω τεχνηέντως σε κανένα τροβαδούρο της αυλής, να του βάλει μουσική και να το παρουσιάσει για δικό του. Αλλά γιά στάσου, εσύ πού τα ξέρεις αυτά; Κατάλαβα, σκάλιζες τα συρτάρια μου. Ποιος σου έβγαλε αντικλείδι; Μη μου πεις, ο οπλουργός• καλά τον είχα υποπτευθεί εγώ.
- Ποια ραψωδία και ποιος οπλουργός, χριστιανέ μου; Ιδέα δεν έχω γι' αυτά, πρώτη φορά τ' ακούω. Για τη γιεσερία των κιόνων στην αίθουσα των κατόπτρων έλεγα αν προχωράει• έχουμε δεξίωση μεθαύριο, και η σάλα είναι τίγκα στο ροκανίδι.
- Τι, μόνος μου καρφώθηκα; Πάλι τὸν καῦκον ἔπιες, πάλιν τὸν νοῦν ἀπώλεσας, γέρο μου. Τσιμουδιά εσύ, έτσι; Αν μάθουν οι υπήκοοί μας ότι ο βασιλιάς τους δεν είναι ένας αποφασιστικός πολέμαρχος, αλλά ένας αιθεροβάμων ποετάστρος, να ξέρεις, θα προφτάσω κι εγώ στον εξομολογητή σου ότι διασκεδάζεις με παίγνια αυτών των ανθρωποφάγων• και τότε... τσίκνα μού μυρίζει.
- Δεν ανησυχώ• ακόμα και αν με έβλεπε ο Φράυ Φρανθίσκο, θα έκανε τα στραβά μάτια: τον κρατάμε στα γερά, σου θυμίζω.
- Θα τα αρνηθεί όλα, ο έκφυλος εσχατόγηρος.
- Ας ανοίξει αυτός το θέμα, και θα δούμε τίνος είν' το πάνω πάνω. Αν είναι κατακριτέα μια καθ΄όλα ευσεβής και ελεήμων βασίλισσα που παίζει πατόλλι, τότε τι είναι ένας ανώτατος ιερωμένος που, εκτός του ότι έχει καταπατήσει κατάφωρα τον όρκο του για πενία και ακτημοσύνη, πασπατεύει, δήθεν πατρικά, την υπ...
- Πάψε.
- Όχι, δεν παύω. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, τον έχεις ξανοίξει πώς κοιτάει σαν ξελιγωμένος τον...
- Πάψε, είπα• το απαιτώ εγώ, ο κύρης και αφέντης σου.
- Κύρη έχουν τα καράβια, και αφέντη τα σκυλιά• και, για την περίπτωση που το ξέχασες, Tanto monta, monta tanto, Isabel como Fernando.
- Να τα, μου ήρθαν και τα τελευταία.
- Α, ώστε αλλάζουμε κουβέντα όταν δεν μας συμφέρει, ε;
- Πώς μου αρέσει ο ήχος της πορσελάνης...
- Και με ζητάγανε καν και καν. Παστρέψου τουλάχιστον λίγο• όχι στο μεταξωτό σεντόνι, ανεπρόκοπε!
- Τι σου έλεγα; Ρολόι• όπου να 'ναι αλλάζει και η φρουρά.
- Με γεια τ' αυτιά, μόλις άλλαξαν• δεν άκουσες τις κλαγγές από τις αλαβάρδες; Όλο και κουφαίνεσαι, μου φαίνεται.
- Κι εγώ σ' αγαπώ. Ύπνον ελαφρύ.
Οι στίχοι στο πρωτότυπο:
(1) Chica es la calandrina, et chico el ruysennor, / pero más dulçe canta que otra ave mayor, από το De las propiedades que las duennas chicas han (Για τα καλά που έχουν οι κοντές γυναίκες), του Αρθιπρέστε Χουάν Ρούιθ (1283-1350), μετάφραση Ηλίας Ματθαίου.
(2) Por una gentil floresta / de lindas flores e rosas, / vide tres damas fermosas / que de amores han requesta, από το Villancico que hizo el Marqués a tres hijas suyas (Βιλιανθίκο σε τρεις από τις κόρες του), του Μαρκήσιου ντε Σαντιλιάνα (1398-1458), μετάφραση Ηλίας Ματθαίου.
Ετικετες
Γενικά,
Διήγημα,
Λογοτεχνία,
Συνεργασιες
Δευτέρα 9 Απριλίου 2018
Daniel Chavarría (1933 – 2018)

****Γράφει ο Φίλιππος Κουράντ (skakistiko.com)
Συστηνόταν τα τελευταία χρόνια σαν Ουρουγουανός πολίτης και Κουβανός συγγραφέας ο Ντανιέλ Τσαβαρία που πέθανε προχτές στα 84 του. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 διέφυγε από τη χούντα της Ουρουγουάης κάνοντας αεροπειρατεία και οδηγώντας το αεροπλάνο στην Αβάνα. Άρχισε να γράφει σε μεγάλη ηλικία και τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά από τον Κρ. Ηλιόπουλο, από τις εκδόσεις Opera που διατηρούν μεγάλη και υπεύθυνη σχέση με την νέα ισπανόγλωσση λογοτεχνία.
Πριν μερικά χρόνια, είχα διαβάσει το Χαιρετίσματα στο Θείο (πρωτότυπος τίτλος: Allá Ellos) και μου έκανε μεγάλη εντύπωση το βιβλίο, μου άρεσε πολύ. Ήταν μια συναρπαστική ιστορία σε παράλληλα επίπεδα, ισπανικός εμφύλιος, μια άγνωστη φυλή στον Αμαζόνιο, δανδήδες κατάσκοποι της CIA στην Αβάνα. Όπου ο συγγραφέας παίρνει θέση φυσικά, αλλά χωρίς ίχνος διδακτισμού που είναι η παγίδα σε μυθοπλασία που δανείζεται φορτισμένα στοιχεία από την πολιτική ιστορία. Τα άλλα βιβλία του ήταν πιο μικρά σε σελίδες, ευκολοδιάβαστα όπως το Allá Ellos - και δυο από αυτά που μου έπεσαν ήταν καλά, αλλά δεν έφταναν την αρτιότητα του πρώτου. Το Μάτι της Θεάς και το Κάποτε στην Μαδρίτη. Μου φάνηκαν κάπως ανολοκλήρωτοι στην πρόσληψη από τον αναγνώστη οι ανθρώπινοι τύποι, αλλά φυσικά το "λάθος" είναι δικό μου και η περίσταση δεν ήταν και καλή. Άλλωστε η λογοτεχνία του ήταν στα όρια του λατίνικου νουάρ και η προτεραιότητα ήταν αλλού στη διήγηση: σε σπαράγματα των χαρακτήρων σε στιγμές που θα γίνονταν αφήγηση στους ανθρώπους, όπως άξιζε στις στιγμές.
Αν έχει κάποια αξία μια τυχαία αναγνωστική πρόταση, το Χαιρετίσματα στο Θείο είναι ένα μάλλον σκληρό βιβλίο, βαθιά πολιτικό γιατί και ο ίδιος ο Τσαβαρία ήταν πολιτικό ον σε όλη του τη ζωή, που μένει με μεγάλη αναγνωστική αγάπη όμως στη μνήμη. Κι αν υπάρχει ένα ακριβό κριτήριο είναι ό,τι μένει - το οποίο επεκτείνεται σε σημαντικότερα από τη λογοτεχνία.
Ετικετες
Γενικά,
Συγγραφεις,
Συνεργασιες
Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016
Βικτόρια ντε λος Άνχελες, η καταλανή Ναϊάδα
(Πηγή φωτογραφίας)
****Νέα συνεργασία του φίλου του ιστολογίου που υπογράφει με το ψευδώνυμο "Καλοπροαίρετος". Θερμές ευχαριστίες.
Πριν καμιά τριανταπενταριά χρόνια, σε προ διαδικτύου και πακτωλού πληροφόρησης εποχές, το Τρίτο Πρόγραμμα του κρατικού ραδιοφώνου, και ειδικά οι εκπομπές 'Ο συνθέτης της εβδομάδας' και 'Βραδιά όπερας', στάθηκαν η βασική πηγή μύησής μου στην κλασσική μουσική.
Πολλές εκπομπές τις ηχογραφούσα σε κασσέτες και, επανακούγοντάς τις αργότερα σε συνδυασμό με την ελάχιστη βιβλιογραφία, πάσχιζα να αυτοεκπαιδευτώ.
Εκτός από τα φαβορί, το Τρίτο έβαζε και δύσκολα, κάτι Πουλένκ, κάτι Σκριάμπιν, πού να μπορέσω να παρακολουθήσω• το πάλευα όμως.
Και κάποια στιγμή, ακούω το μοτέτο "Exsultate, jubilate" του Μότσαρτ, με μια φωνή που όμοιά της δεν είχα ξανακούσει• μια φωνή πολύ γλυκιά, περισσότερο και από της Κίρι, πολύ φωτεινή, περισσότερο και από της Τεμπάλντι, φυσική, πηγαíα, χωρíς αυτó το επιτηδευμένο που έχουν οι οπερατικές φωνές, γήινη αλλά και ουράνια μαζί.
Αυτή ήταν η πρώτη μου γνωριμία με την καταλανή σοπράνο Βικτόρια ντε λος Άνχελες. Προδήλως, με κέρδισε ισοβίως.
Η Βικτόρια ήταν σύγχρονη με την Κάλλας, τη Σάδερλαντ και την Τεμπάλντι. Η καριέρα της εκτάθηκε από το 1947 ως το 1992• η ακμή της ήταν μεταξύ περίπου 1955-1965. Διακρίθηκε εξίσου τόσο με πολυμελείς ορχήστρες στη δυναμική σκηνή της όπερας, όσο και με συνοδεία μόνο ένα πιάνο στο στατικό πάλκο των ρεσιτάλ, κάτι ιδιαίτερα σπάνιο για λυρικό αοιδό (προσωπικά, μόνο τη Σβάρτσκοπφ ανακαλώ). Μετά το 1961 εντόπισε και σταδιακά περιόρισε τις εμφανίσεις της σε ρεσιτάλ με παραδοσιακά και σύγχρονα τραγούδια -στο εξής, για συντομία, άσματα- της Ισπανίας και της Καταλωνίας, αλλά και γερμανικά λίντερ, και γαλλικά σανσόν, και ιταλικά κάντι.
Δεν ήταν εμφανισιακά προικισμένη, δεν είχε, π.χ., την ηραία θεοπρέπεια της Κάλλας, τη βαλκυρική επιβλητικότητα της Νίλσσον ή τη χολλυγουντιανή φινέτσα της Μόφφο• η καημένη, μια ταπεινή Αλόζα* ήταν. (*Νύμφη των ποτάμιων και λιμναίων υδάτων, το καταλανικό αντίστοιχο της αρχαιοελληνικής Ναϊάδας)
(Πηγή φωτογραφίας)
Επιπλέον, δεν ήταν τύπος που απασχολούσε τα πρωτοσέλιδα, ούτε διέθετε στίφη αφοσιωμένων θαυμαστών.
Μολαταύτα, ο εγκάρδιος χαρακτήρας και η καταδεκτική συμπεριφορά της δημιουργούσαν οικειότητα• πιθανόν γι' αυτό αναφέρομαι συχνά σε αυτήν ως 'θεία Τόρι' (και στις, περίπου σύγχρονές της, Μονσερράτ Καμπαγιέ ως 'θεία Μόντσε' και Τερέσα Μπεργάνσα ως 'θεία Τέρε', και στη, λίγο προγενέστερή της, Κοντσίτα Σουπερβία ως 'θεία Κόντσα').
Οι ερμηνείες της, τόσο σε μεμονωμένες άριες, όσο και σε πλήρεις όπερες, διέπονται από βαθιά κατανόηση του ρόλου, και ανάλογη προσαρμογή του ύφους της. Ερμήνευσε στη σκηνή και ηχογράφησε πλήθος ολοκληρωμένων οπερών, σε ρόλους που εκτείνονται από την Αντζέλικα στον Ορλάνδο μαινόμενο του Βιβάλντι μέχρι την Αντωνία στα Παραμύθια του Χόφφμαν του Όφφενμπαχ. Η γλώσσα δεν ήταν εμπόδιο: η εκφορά και η προφορά της στα ιταλικά, στα γαλλικά, στα γερμανικά και στα αγγλικά ήσαν άμεμπτες.
Στην εύκολη και αβανταδόρικη άρια "O mio babbino caro" από τον Τζιάννι Σκίκι του Πουτσίνι, δίνει μιαν ανάλαφρη, παιγνιώδη ερμηνεία• μπορεί κανείς ν' ακούσει το χαμόγελό της, το δε χαρακτηριστικό της αέρινο, ταχύτατο γκλισσάντο στο andrei (sul Ponte Vecchio), θα το ζήλευαν και οι καλύτερες κολορατούρες.
Βικτόρια ντε λος Άνχελες, "O mio babbino caro", από τον Τζιάννι Σκίκι του Πουτσίνι (1958)
Ήδη ανακύπτει ένα σημαντικό διαφοροποιό στοιχείο στην ερμηνεία της: σε αντίθεση με τις σύγχρονές της, απουσιάζουν οι λαρυγγικοί τόνοι, η κρύα μεταλλική χροιά και το αναίτιο τρέμολο, κάτι που, σε σημεία, δίνει την εντύπωση ότι δεν τραγουδά, αλλά διηγείται.
Στην άρια "As when the dove laments her love" από την όπερα Άκις και Γαλάτεια του Χαίντελ δίνει μια υποδειγματική μπαρόκ ερμηνεία• η χροιά της θυμίζει συστοιχία από γυάλινα καμπανάκια, τα δε ποικίλματά της και ειδικά οι τρίλλιες της είναι εκθαμβωτικά.
Στην πανδύσκολη, τόσο τεχνικά όσο και ερμηνευτικά, άρια "Ebben? Ne andrò lontana" από την όπερα La Wally του Καταλάνι, δίνει μια σύνθετη λυρική ερμηνεία. Οι αλλαγές στην ένταση, στη ρυθμική αγωγή, και κυρίως στα συναισθήματα, αποδίδονται άψογα. Το, κατά την παρτιτούρα, χαμηλόφωνο dolcissimo con espressione τού "O della madre mia casa gioconda", καμία δεν μπόρεσε να το αποδώσει καλύτερα. Δεν αναφέρομαι καν στην πανίσχυρη κορώνα προς το τέλος: αν δεν την έχεις, απλώς δεν αγγίζεις την προκείμενη άρια. Να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη εκτέλεση δεν σταματά, όπως στις μέρες μας, στο "E fra le nubi d'ôr", αλλά συνεχίζει και αποκλιμακώνεται με το δυσοίωνο "Ma fermo è il piè", κλπ.
Οι ερμηνείες της ως Βιολέττα στην Τραβιάτα και ως Αμέλια στον Σιμόν Μποκανέγκρα, αμφότερα Βέρντι, είναι εμβληματικές. (Η φωτογραφία της στην αρχή του κειμένου είναι από την εμφάνισή της ως Βιολέττα στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης το 1957.)
Οι ηχογραφήσεις της ως Μανόν (1953) στην ομώνυμη όπερα του Μασσνέ, ρόλου που, λόγω της δυσκολίας του, έχει χαρακτηριστεί ως 'η γαλλική Ιζόλδη', και ως Μαργκερίτ (1955) στον Φάουστ του Γκουνώ, θεωρούνται κατά πολλούς οι πληρέστερες.
Αλλά και Βάγκνερ ερμήνευσε η θεία Τόρι• οι ηχογραφήσεις της ως Ελίζαμπεθ στον Τανχώυζερ (1961) και ως Έλζα στον Λόενγκριν (1964), στέκονται ισότιμα δίπλα στις αξεπέραστες της Νίλσσον και της Φλάκστατ. Ένας δειγματισμός τών, π.χ., "Dich teure halle grüß ich wieder" και "Einsam in trüben Tagen" αντιστοίχως, είναι εύγλωττος.
Η Βικτόρια συνεργάστηκε με τους επιφανέστερους λυρικούς αοιδούς της εποχής της, όμως το ταίρι της το βρήκε στον Γιούσσι Μπγιέρλινκ, τη γλυκύτερη ίσως φωνή τενόρου στην ιστορία. Το αισθητικό αποτέλεσμα των ντουέτων τους στη Μαντάμα Μπατερφλάι και στη Μποέμ είναι μαγικό• και να σκεφτεί κανείς ότι, όσοι είχαν το προνόμιο να ακούσουν ζωντανά τους παλαιότερους λυρικούς καλλιτέχνες, και ειδικά εκείνους που φημίζονταν για τη γλυκύτητα και τη θέρμη της φωνής τους -αντιπροσωπευτικότερα παραδείγματα από τη Βικτόρια και τον Γιούσσι δύσκολα μπορούν να προταθούν-, ομονοούν στο ότι οι ηχογραφήσεις δεν έχουν αιχμαλωτίσει παρά μέρος μόνο των ηχοχρωμάτων τους.
Γιούσσι Μπγιέρλινκ και Βικτόρια ντε λος Άνχελες, "O soave fanciulla" (από το 10'00''), από τη Μποέμ του Πουτσίνι (1956)
Οι Γιούσσι και Βικτόρια έχουν συμπράξει και σε μία από τις καλύτερες ηχογραφήσεις (1953) των Παλιάτσων του Λεονκαβάλλο. Με την ευκαιρία, ένα παραλειπόμενο: Όπως είναι γνωστό, λόγω της μικρής τους διάρκειας, οι Παλιάτσοι συνήθως παίζονται την ίδια βραδιά μαζί με την (για την ακρίβεια, μετά την), επίσης μικρής διάρκειας, Καβαλλερία ρουστικάνα του Μασκάνι. Η αθεόφοβη η Βικτόρια είχε ερμηνεύσει μία τουλάχιστον φορά, στην ίδια παράσταση, τους πρωταγωνιστικούς ρόλους και στις δύο όπερες! Σε μια παράσταση Cav/Pag, δεν είναι σπάνιο να παίζει ο ίδιος βαρύτονος τον Άλφιο και τον Τόνιο, οι ρόλοι είναι σύντομοι• όμως, Σαντούτσα και Νέντα το ίδιο βράδυ;!
Οι ερμηνείες της σε άσματα, εξ ορισμού λιγότερο απαιτητικές συνθέσεις, διακρίνονται για την απλότητα και την αμεσότητά τους, και την πλήρη απουσία φωνητικής επίδειξης.
Μερικοί -οι περισσότεροι- λυρικοί αοιδοί, κατά την απόδοση ασμάτων, συνοδεύονται από πολυπρόσωπες ορχήστρες και χορωδίες, και τα ερμηνεύουν περίκομψα, προβάλλοντας περισσότερο τους ίδιους και λιγότερο τα άσματα. Αντιθέτως, η Βικτόρια ηνιοχούσε και υπέτασσε τη φωνή της, υπηρετώντας με λιτότητα τα άσματα: έπαιρνε κάποια petits riens (μικρά τίποτα), γιατί τέτοια είναι, συγκρινόμενα με τις συνθέσεις της συμφωνικής μουσικής, τα άσματα, και τους έδινε άλλη διάσταση.
Η ερμηνεία της στο καταλανικό τραγούδι του 16ου-17ου αιώνα El mariner μού δημιουργεί την εικόνα μιας καλοκάγαθης γιαγιάς που αφηγείται ιστορίες στα εγγόνια της.
Βικτόρια ντε λος Άνχελες, El mariner, καταλανικό παραδοσιακό τραγούδι (1992)
Η ερμηνεία της στο ληντ του Μπραμς An die Nachtingall καταδεικνύει τη ζηλευτή προσαρμοστικότητά της σε μεγάλη ποικιλία υφών.
Η ερμηνεία της στο ποίημα Los cuatro muleros του Λόρκα δεν έχει ίχνος περιττής θεατρικότητας και δραματικότητας, και όμως είναι τόσο μεστή συναισθηματικά.
Είναι βέβαιο ότι οι φωνητικές και εκφραστικές δυνατότητες της Βικτόρια δεν εξερευνήθηκαν πλήρως. Χαρακτηριστικό δείγμα, το "Canción del amor dolido", το πρώτο από τα τρία σύντομα τραγούδια από τον Μάγο έρωτα του ντε Φάλια. Η Βικτόρια, με σκουρυμένη φωνή, ώστε να ακούγεται ως μέτσο -όπως ορίζει ο συνθέτης-, με τη ρωμαλέα, κοφτή, πυρετική, επιδεικτική εκφορά των κανταόρας, ακολουθώντας κατά γράμμα τις λεπτομερείς οδηγίες του ντε Φάλια -con angustia, con desvarío, con locura κοκ.-, και με προφορά βέρας γαδιτάνας (mardito αντί maldito, farta αντί falta, toíta αντί todita, abrasá αντί abrasada, orvía αντί olvida, πραγμάτωση του τελικού s του άρθρου στο las penas ως αχνό ουρανικό /χ/), είναι αγνώριστη. Μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό, ακολουθεί η έκπληξη, και μένει ο θαυμασμός.
Βικτόρια ντε λος Άνχελες, "Canción del amor dolido", από τον Μάγο έρωτα του ντε Φάλια (1964)
Πολύ θα ήθελα να υπήρχαν ηχογραφήσεις της Βικτόρια σε καθαρά φωνητικές -χωρίς λόγια- συνθέσεις, π.χ. το Βοκαλίζ του Ραχμάνινωφ, το κονσέρτο για κολορατούρα σοπράνο του Ρέινγκολντ Γκλιέρ (Glière), ή ακόμα και το κονσέρτο για φωνή του Σεν-Πρε (Saint-Preux). Ιδανικά, θα ήθελα να είχε ερμηνεύσει μέρη σόλο οργάνων σε συμφωνικές συνθέσεις, π.χ. του βιολιού στη "Méditation" από τη Θαΐδα του Μασσνέ ή της τρομπέτας στο ρόντο του κονσέρτου του Χάυδν• για καθένα από αυτά, θα μιλούσαμε για αυτόνομη σπουδή στην ανθρώπινη φωνή. Δυστυχώς δεν υπάρχουν.
Παρόντων ιερών τεράτων όπως η Κάλλας και η Σάδερλαντ, η Βικτόρια σαφώς και δεν είναι η καλύτερη σοπράνο της ιστορίας, ούτε καν της γενιάς της. Από την άλλη, δεν μπορεί να αγνοηθεί αυτό το μοναδικό, και έκτοτε ανεπανάληπτο, δυσκολοπερίγραπτο 'κάτι' του ηχοχρώματος και των ερμηνειών της.
Η Βικτόρια, όχι περισσότερο από την Κάλλας και τη Σάδερλαντ, αλλά όχι λιγότερο από την Τεμπάλντι και την Καμπαγιέ (περιορίζομαι στις γυναικείες φωνές), συνετέλεσε στις δεκαετίες του '50 και του '60 στην αναβίωση και εκλαΐκευση της όπερας, ιδίως του μπελ κάντο. Χωρίς αυτές, είναι αμφίβολο αν θα είχαν προκύψει, ή κατ' ελάχιστον αν θα είχαν τόσο ευρεία αναγνωρισιμότητα και δημοφιλία, χτες η Νετρέμπκο και η Γκεοργκίου, σήμερα η Περετγιάτκο και η Παπαθανασίου, αύριο ίσως η Γιόντσεβα και η Γιάχο.
Αν έπρεπε να αποδώσω στη φωνή της ένα επίθετο, θα την έλεγα μεσογειακή. Η Βικτόρια γεννήθηκε στη Βαρκελώνη• θα μπορούσε να έχει γεννηθεί στη Σούσα, στο Σάσσαρι, στην Πύλο, στη Βεγγάζη, σε οποιαδήποτε παραμεσόγεια πόλη: η φωνή της περιέχει το ασημοπράσινο της φυλλωσιάς του μαροκινού λιόδεντρου, το πορτοκαλόχρυσο της αιγαιακής δύσης, την ίδια τη Μεσόγειο.
Ο βάσκος πιανίστας Χοακίν Ατσούκαρρο είχε πει: "Η Βικτόρια ντε λος Άνχελες είναι η μία από τις δύο καλύτερες σοπράνο του 20ού αιώνα. Την άλλη ας τη διαλέξει ο αναγνώστης".
Συντάσσομαι.
Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010
Jorge Guillén
****Ένα μικρό αφιέρωμα σε έναν πολύ σημαντικό Ισπανό ποιητή του 20ου αιώνα, τον Jorge Guillén (1893-1984), αναδημοσιεύουμε από το γνωστό ιστολόγιο Sobreviviendo, που εδώ και πέντε χρόνια προάγει μέσω της άξιας Juanita la Quejica τον ισπανικό πολιτισμό και κουλτούρα.
MÁS VERDAD
Sí, más verdad,
Objeto de mi gana.
Jamás, jamás engaños escogidos.
¿Yo escojo? Yo recojo
La verdad impaciente,
Esa verdad que espera a mi palabra.
¿Cumbre? Sí, cumbre
Dulcemente continua hasta los valles:
Un rugoso relieve entre relieves.
Todo me asombra junto.
Y la verdad
Hacia mí se abalanza, me atropella.
Más sol,
Venga ese mundo soleado,
Superior al deseo
Del fuerte,
Venga más sol feroz.
¡Más, más verdad!
Μεγάλος Ισπανός ποιητής ο Jorge Quillén, της Γενιάς του 27.
Πολλά χρόνια καθηγητής σε πανεπιστήμια του Καναδά και της Αμερικής.
Ριγμένος σε ένα αγώνα για περισσότερη αλήθεια, τυφλωμένος όχι από απαισιοδοξία ή ματαιοδοξία, αλλά από την αναζήτηση του φωτός.
"Ναι, περισσότερη αλήθεια, το αντικείμενο των πόθων μου. Ποτέ, ποτέ επιλεγμένες απάτες."
Ευτυχώς, υπάρχουν οι ποιητές για κάτι τέτοιες στιγμές...
Ετικετες
Ιστοσελιδες,
Λογοτεχνία,
Ξενες δημοσιευσεις,
Ποιηση,
Συνεργασιες
Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010
Pervigilium Veneris

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet.
Αύριο θα αγαπήσει αυτός που ποτέ δεν αγάπησε
κι αυτός που αγάπησε, αύριο θα αγαπήσει.
Το Ξενύχτι της Αφροδίτης (Pervigilium Veneris) είναι ένα από τα μαγευτικότερα ποιήματα της λατινικής λογοτεχνίας. Γραμμένο ανάμεσα στον 2ο και τον 4ο αι. κρατάει ακόμα καλά κρυμμένο το μυστικό του ποιος είναι ο συγγραφέας του. Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι γράφτηκε από τον Φλώρο (2ος αι.) κι άλλοι ότι δημιουργός του ήταν ο Τιβεριανός (4ος αι.) Όπως και να 'χει, πρόκειται για ένα ποίημα που προμηνά με τρόπο θαυμαστό και παράξενο τον ερχομό της μεσαιωνικής λατινικής ποίησης.
Από το βιβλίο του Rose Ιστορία της λατινικής λογοτεχνίας (μετ. Κ. Χ. Γρόλλιου) η υπόθεση του ποιήματος:
Η σκηνή είναι η Σικελία. Η εποχή άνοιξη. Αύριο θα γίνει μια γιορτή για την Αφροδίτη και στο μεταξύ εκείνη γλεντοκοπά μέσα στα δάση όλη τη νύχτα. Μια επωδός (Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet) που διαιρεί το ποίημα σε στροφές άνισου μήκους, προσκαλεί όλους αυτούς που αγάπησαν ή δεν αγάπησαν να αγαπήσουν τη μέρα που έρχεται αύριο. Ο ποιητής τη χαιρετά σαν τη μεγαλύτερη θεά της αύξησης, αλλά τελειώνει σ' ένα τόνο απροσδόκητα λυπηρό. Η δική του άνοιξη δεν θα φτάσει, αυτός δεν μοιάζει με το αηδόνι που κελαηδεί στην Αφροδίτη και σ' εκείνους που την ακολουθούν, γιατί ο ποιητής δε θα διακόψει ποτέ τη σιωπή του.
Στην ιστοσελίδα της Bibliotheca Augustana ολόκληρο το ποίημα στα λατινικά.
****Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Αλταθόρ.
Πέμπτη 29 Απριλίου 2010
Τρεις σύγχρονοι καταλανοί συγγραφείς
****Με σκοπό να ολοκληρωθούν οι πληροφορίες για τους τρεις καταλανούς συγγραφείς, έργα των οποίων παρουσιάστηκαν πρόσφατα στην Ελλάδα (βλ. την σχετική ανάρτηση), παρουσιάζουμε μια συνεργασία της γνωστής μεταφράστριας Μαρίας Χατζηεμμανουήλ σχετικά με τους συγγραφείς αυτούς και τα έργα που έφτασαν στο ελληνικό κοινό.
Lluisa Cunillé

Η Λιουίζα Κουνιγιέ γεννήθηκε στη Μπανταλόνα το 1961. Σπούδασε θεατρική γραφή στα σεμινάρια του Χοσέ Σάντσις Σινιστέρρα στη Σάλα Μπέκετ της Βαρκελώνης. Το 1995 μαζί με τους Paco Zarzoso και Lola López ίδρυσαν τον θίασο Companyia Hongaresa de Teatre. Έχει γράψει περισσότερα από 30 θεατρικά έργα και είναι η σημαντικότερη θεατρική συγγραφέας της Ισπανίας σήμερα. Από το 2000 είναι μόνιμη δραματουργός του θεάτρου Lliure της Βαρκελώνης. Στα ελληνικά, εκτός από το Μετά από μένα το χάος έχει μεταφραστεί επίσης το έργο της Βαρκελώνη, χάρτης με ίσκιους.
Έχει τιμηθεί μεταξύ άλλων με τα βραβεία Καλντερόν (1992), Βραβείο του Ινστιτούτου Καταλανικών Γραμμάτων (1996), Βραβείο Born (1999), Βραβείο της Πόλης της Βαρκελώνης (2004), Εθνικό Βραβείο Θεάτρου της Καταλωνίας (2007) για το σύνολο του έργου της και πολλά άλλα.
Το έργο
Το Aprés moi, le déluge (Μετά από μένα, το χάος) η συγγραφέας το έγραψε κατ’ ανάθεση του θεάτρου Lliure το 2007 και έχει ήδη μεταφραστεί στην αγγλική, γαλλική, ισπανική, ιταλική και ελληνική. Ανέβηκε το 2008 στο Εθνικό Θέατρο της Μαδρίτης και στο Θέατρο Lliure της Βαρκελώνης. Ήταν φιναλίστ για το Βραβείο Max καλύτερου θεατρικού έργου του 2008.
Josep Maria Benet i Jornet
Ο Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ ι Ζουρνέτ γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1940. Έγινε γνωστός στο θεατρικό κοινό το 1963 με το έργο του Una vella coneguda olor (Μια παλιά γνωστή μυρωδιά). Στα έργα της πρώτης περιόδου του διακρίνουμε επιδράσεις από τους Ισπανούς συγγραφείς Αλφόνσο Σάστρε και Αντόνιο Μπουέρο Βαγιέχο και τους Αμερικανούς Τένεσσι Ουίλλιαμς και Άρθουρ Μίλλερ, όπως π.χ La nau (To πλοίο, 1968, καθώς επίσης και κάποιες μπρεχτικές τεχνικές. Τα θέματά του αντανακλούν τον προβληματισμό για την πατρίδα του, τη δυτική κοινωνία και το σύστημά της αλλά και τον άνθρωπο και τον εσωτερικό χαώδη κόσμο του, αναμιγνύοντας στοιχεία ιστορικά και φανταστικά. Έχει γράψει περίπου 40 θεατρικά έργα πολλά από τα οποία έχουν βραβευτεί και μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και είναι ένας από τους γνωστότερους και πιο επιτυχημένους τηλεοπτικούς σεναριογράφους της Ισπανίας. Γράφει στην Καταλανική γλώσσα. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε κάποιους τίτλους από τα γνωστότερα έργα του: Η εξαφάνιση της Γουέντι (1973), Ανταρσία μαγισσών (1975) Περιγραφή τοπίου (1978), Το χειρόγραφο του Αλή Μπέη (1984), Πόθος (1989) κ.ά. Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί τα έργα του Desig (Πόθος), Descripció d’ un paisatge (Περιγραφή τοπίου), L’ habitació del nen (Το δωμάτιο του παιδιού), Sótano (Υπόγειο), όλα σε μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και Ε.R. (Ηθοποιοί), μετάφραση Κατερίνας Χαλκίδου).
Το έργο
Το Δυο γυναίκες χορεύουν, είναι το τελευταίο θεατρικό έργο που έχει γράψει μέχρι σήμερα και η παρουσίασή του στο θεατρικό μας αναλόγιο αποτελεί την παγκόσμια πρώτη παρουσίαση του έργου.
Guillem Clua

Ο Γκιλιέμ Κλούα γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1973. Σπούδασε δημοσιογραφία και στη συνέχεια θέατρο στο Λονδίνο. Από το 2000 συνεργάζεται με το Εργαστήρι της Sala Beckett στη Βαρκελώνη ως εισηγητής σε διάφορα σεμινάρια.
Ως σεναριογράφος έχει συμμετάσχει στη συγγραφή του σεναρίου μιας από τις πιο πετυχημένες και μακρόβιες σειρές της καταλανικής τηλεόρασης, El cor de la ciutat (H καρδιά της πόλης).
Το θεατρικό έργο του Γεύση στάχτης έχει παρουσιαστεί με επιτυχία στις ΗΠΑ, ενώ στις 19 Μαΐου 2010 κάνει πρεμιέρα στο Εθνικό Θέατρο της Βαρκελώνης το Μάρμπουργκ που έχει ήδη μεταφραστεί στα αγγλικά και μεταφράζεται και στα ελληνικά.
Το έργο
Το Δέρμα στις φλόγες έχει μεταφραστεί εκτός από τα ελληνικά στα ισπανικά και τα αγγλικά και έχει τιμηθεί με 2 σημαντικά βραβεία: το βραβείο της Πόλης του Αλκόι και το Βραβείο Serra d’ Or των κριτικών θεάτρου της Βαρκελώνης για το καλύτερο θεατρικό έργο του 2005. Έχει μεταφραστεί -εκτός από τα ελληνικά- στα ισπανικά και τα αγγλικά.
Το Δέρμα στις φλόγες δεν είναι ένα έργο για τον πόλεμο, είναι ένα έργο για τις ιστορίες, μεγάλες και μικρές, που τρυπάνε τη σάρκα όσων τον ζουν.
Lluisa Cunillé

Η Λιουίζα Κουνιγιέ γεννήθηκε στη Μπανταλόνα το 1961. Σπούδασε θεατρική γραφή στα σεμινάρια του Χοσέ Σάντσις Σινιστέρρα στη Σάλα Μπέκετ της Βαρκελώνης. Το 1995 μαζί με τους Paco Zarzoso και Lola López ίδρυσαν τον θίασο Companyia Hongaresa de Teatre. Έχει γράψει περισσότερα από 30 θεατρικά έργα και είναι η σημαντικότερη θεατρική συγγραφέας της Ισπανίας σήμερα. Από το 2000 είναι μόνιμη δραματουργός του θεάτρου Lliure της Βαρκελώνης. Στα ελληνικά, εκτός από το Μετά από μένα το χάος έχει μεταφραστεί επίσης το έργο της Βαρκελώνη, χάρτης με ίσκιους.
Έχει τιμηθεί μεταξύ άλλων με τα βραβεία Καλντερόν (1992), Βραβείο του Ινστιτούτου Καταλανικών Γραμμάτων (1996), Βραβείο Born (1999), Βραβείο της Πόλης της Βαρκελώνης (2004), Εθνικό Βραβείο Θεάτρου της Καταλωνίας (2007) για το σύνολο του έργου της και πολλά άλλα.
Το έργο
Το Aprés moi, le déluge (Μετά από μένα, το χάος) η συγγραφέας το έγραψε κατ’ ανάθεση του θεάτρου Lliure το 2007 και έχει ήδη μεταφραστεί στην αγγλική, γαλλική, ισπανική, ιταλική και ελληνική. Ανέβηκε το 2008 στο Εθνικό Θέατρο της Μαδρίτης και στο Θέατρο Lliure της Βαρκελώνης. Ήταν φιναλίστ για το Βραβείο Max καλύτερου θεατρικού έργου του 2008.
Josep Maria Benet i Jornet
Ο Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ ι Ζουρνέτ γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1940. Έγινε γνωστός στο θεατρικό κοινό το 1963 με το έργο του Una vella coneguda olor (Μια παλιά γνωστή μυρωδιά). Στα έργα της πρώτης περιόδου του διακρίνουμε επιδράσεις από τους Ισπανούς συγγραφείς Αλφόνσο Σάστρε και Αντόνιο Μπουέρο Βαγιέχο και τους Αμερικανούς Τένεσσι Ουίλλιαμς και Άρθουρ Μίλλερ, όπως π.χ La nau (To πλοίο, 1968, καθώς επίσης και κάποιες μπρεχτικές τεχνικές. Τα θέματά του αντανακλούν τον προβληματισμό για την πατρίδα του, τη δυτική κοινωνία και το σύστημά της αλλά και τον άνθρωπο και τον εσωτερικό χαώδη κόσμο του, αναμιγνύοντας στοιχεία ιστορικά και φανταστικά. Έχει γράψει περίπου 40 θεατρικά έργα πολλά από τα οποία έχουν βραβευτεί και μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και είναι ένας από τους γνωστότερους και πιο επιτυχημένους τηλεοπτικούς σεναριογράφους της Ισπανίας. Γράφει στην Καταλανική γλώσσα. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε κάποιους τίτλους από τα γνωστότερα έργα του: Η εξαφάνιση της Γουέντι (1973), Ανταρσία μαγισσών (1975) Περιγραφή τοπίου (1978), Το χειρόγραφο του Αλή Μπέη (1984), Πόθος (1989) κ.ά. Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί τα έργα του Desig (Πόθος), Descripció d’ un paisatge (Περιγραφή τοπίου), L’ habitació del nen (Το δωμάτιο του παιδιού), Sótano (Υπόγειο), όλα σε μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και Ε.R. (Ηθοποιοί), μετάφραση Κατερίνας Χαλκίδου).
Το έργο
Το Δυο γυναίκες χορεύουν, είναι το τελευταίο θεατρικό έργο που έχει γράψει μέχρι σήμερα και η παρουσίασή του στο θεατρικό μας αναλόγιο αποτελεί την παγκόσμια πρώτη παρουσίαση του έργου.
Guillem Clua

Ο Γκιλιέμ Κλούα γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1973. Σπούδασε δημοσιογραφία και στη συνέχεια θέατρο στο Λονδίνο. Από το 2000 συνεργάζεται με το Εργαστήρι της Sala Beckett στη Βαρκελώνη ως εισηγητής σε διάφορα σεμινάρια.
Ως σεναριογράφος έχει συμμετάσχει στη συγγραφή του σεναρίου μιας από τις πιο πετυχημένες και μακρόβιες σειρές της καταλανικής τηλεόρασης, El cor de la ciutat (H καρδιά της πόλης).
Το θεατρικό έργο του Γεύση στάχτης έχει παρουσιαστεί με επιτυχία στις ΗΠΑ, ενώ στις 19 Μαΐου 2010 κάνει πρεμιέρα στο Εθνικό Θέατρο της Βαρκελώνης το Μάρμπουργκ που έχει ήδη μεταφραστεί στα αγγλικά και μεταφράζεται και στα ελληνικά.
Το έργο
Το Δέρμα στις φλόγες έχει μεταφραστεί εκτός από τα ελληνικά στα ισπανικά και τα αγγλικά και έχει τιμηθεί με 2 σημαντικά βραβεία: το βραβείο της Πόλης του Αλκόι και το Βραβείο Serra d’ Or των κριτικών θεάτρου της Βαρκελώνης για το καλύτερο θεατρικό έργο του 2005. Έχει μεταφραστεί -εκτός από τα ελληνικά- στα ισπανικά και τα αγγλικά.
Το Δέρμα στις φλόγες δεν είναι ένα έργο για τον πόλεμο, είναι ένα έργο για τις ιστορίες, μεγάλες και μικρές, που τρυπάνε τη σάρκα όσων τον ζουν.
Ετικετες
Θέατρο,
Λογοτεχνία,
Μεταφραση,
Συνεργασιες,
Τέχνη
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009
Για τον αργεντίνο βάρδο Αταουάλπα Γιουπάνκι

****Ο φίλος του ιστολογίου, ο οποίος υπογράφει με το ψευδώνυμο "Καλοπροαίρετος", μάς έστειλε την παρακάτω ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνεργασία. Τον ευχαριστούμε πολύ.
Ο Αργεντινός τραγουδοποιός Αταουάλπα Γιουπάνκι (Atahualpa Yupanqui, 1908-1992), μαζί με τη Χιλιανή Βιολέτα Πάρρα, θεωρούνται πρόδρομοι της μουσικής κίνησης nueva canción στην Αργεντινή, που γεννήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 στην Αργεντινή και τη Χιλή και σύντομα επεκτάθηκε στην Κεντρική Αμερική. Οι γνωστότεροι διεθνώς εκπρόσωποι αυτής της κίνησης είναι η Μερσέδες Σόσα, ο Βίκτορ Χάρα και το συγκρότημα Ίντι Ιλλιμάνι.Βιογραφικά και εργογραφικά, καθώς και οπτικό και ακουστικό υλικό, μπορεί κανείς εύκολα να βρει στο διαδίκτυο. Θα περιοριστώ σε επιλεκτικές αναφορές, χρησιμοποιώντας στίχους και λόγια του.
Στα περισσότερα τραγούδια του έχει γράψει ο ίδιος στίχους και μουσική. Υπάρχουν μερικές συνεργασίες με τον Πάβλο δελ Σέρρο (Pablo del Cerro· πρόκειται για φιλολογικό ψευδώνυμο της συζύγου του), και λίγες ακόμα με τον Ρομίλδο Ρίσσο (Romildo Risso), όπως το Los ejes de mi carreta (Οι άξονες του κάρου μου):
Porque no engraso los ejes
me llaman abandona'o...
Si a mí me gusta que suenen,
¿pa' qué los quiero engrasa'os?
----------
Επειδή δεν λαδώνω τους άξονες
με λένε παραιτημένο...
Αν σε μένα αρέσει να ηχούν,
γιατί να τους θέλω λαδωμένους;
(Σε όλο το κείμενο, οι ελεύθερες –όχι λογοτεχνικές– αποδόσεις –όχι μεταφράσεις– από τα ισπανικά είναι δικές μου.)
Σε όλα τα τραγούδια του ακούγεται ο ίδιος με συνοδεία μόνο την κιθάρα του. Η άποψή του γι΄ αυτήν:
«La guitarra es para mí un poco el templo donde yo entro a rezar. Cuando yo necesito musitar mi salmo profundo, voy a la guitarra. (...) Respondo al reclamo interior, al "cascabel", como lo llamaba Ortega y Gasset: cuando se agita dentro de uno el cascabel, es cuando se necesita andar ese camino para ver qué rebaño lo anda buscando».
----------
«Η κιθάρα είναι για μένα κάτι σαν ναός όπου μπαίνω να προσευχηθώ. Όταν έχω ανάγκη να μουρμουρίσω έναν βαθύ ψαλμό, πηγαίνω στην κιθάρα. (...) Ανταποκρίνομαι στο εσωτερικό κάλεσμα, στο “κουδουνάκι”, όπως το ονόμαζε ο Ορτέγα υ Γκασσέτ (σ.σ.: Ισπανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος): όταν δονείται μέσα σε κάποιον το κουδουνάκι, είναι όταν έχει ανάγκη να βαδίσει αυτόν τον δρόμο για να δει ποιο ποίμνιο τον αναζητά».
Οι συνθέσεις του είναι μάλλον χαμηλόφωνες αργόσυρτες αφηγήσεις με συνοδεία περίτεχνης κιθάρας, βασίζονται μουσικά σε τοπικά φολκλορικά μοτίβα και περιγράφουν σκηνές από την αγροτική ζωή, έτσι δεν έχουν τον εξεγερτικό χαρακτήρα άλλων τραγουδιών της περιοχής και της εποχής, όμως τα περισσότερα έχουν σαφή πολιτική χροιά.
Campesino
Sagrado misión del hombre:
nieve, sol y sacrificio.
Morir sembrando la vida.
Vivir templando su grito.
Campesino, campesino,
Por ti canto, ¡campesino!
----------
Ιερή αποστολή του ανθρώπου:
χιόνι, ήλιος και θυσία.
Θάνατος, σπέρνοντας τη ζωή.
Ζωή, απαλύνοντας την κραυγή του.
Αγρότη, αγρότη,
για σένα τραγουδώ, αγρότη!
Ο ίδιος δεν θεωρούσε τον εαυτό του ποιητή:
«Dicen que lo que yo hago es poesía; vaya a saber: lo que procuro es incorporar mi voz a las viejas voces populares, en lo posible, imitándolas porque me encanta esa forma de decir del argentino que fue mi abuelo y el abuelo de mucha gente; esa levadura de pueblo de poquito antes de aparecer el siglo; eso procuro decirlo a mi manera».
----------
«Λένε ότι αυτό που κάνω είναι ποίηση· δεν ξέρω: αυτό που προσπαθώ είναι να ενσωματώσω τη φωνή μου στις γέρικες λαϊκές φωνές, όσο αυτό είναι δυνατό, και τις μιμούμαι γιατί με ευχαριστεί αυτός ο τρόπος ομιλίας του Αργεντίνου που ήταν ο παππούς μου και ο παππούς πολλών ανθρώπων· αυτή η μαγιά του χωριού λίγο πριν την αρχή του αιώνα· αυτό προσπαθώ να πω με τον τρόπο μου».
Και αλλού :
«Intento buscarla (ενν. la poesía) en los temas más sencillos, ya sean de adentro o de afuera, estado de ánimo o actitudes del campo. No soy ningún desesperado buscador de metáforas porque no las sé manejar y porque lo que importa no es que la gente diga: "mirá lo que dijo y cómo lo dijo", para mí eso casi es verguenza, lo que cuenta es fijar un acontecimiento del alma o de la tierra y, si es posible, con belleza. Si eso es poesía, muchas gracias, es poesía».
----------
«Προσπαθώ να την αναζητήσω (ενν. την ποίηση) στα πιο απλά θέματα, είτε είναι από μέσα είτε απ΄ έξω, ψυχική κατάσταση ή δραστηριότητες στον κάμπο. Δεν αναζητώ απελπισμένα μεταφορές γατί δεν ξέρω να τις χειρίζομαι και γιατί αυτό που έχει σημασία δεν είναι να πει ο κόσμος: “δες αυτό που είπε και πώς το είπε”, για μένα αυτό είναι σχεδόν ντροπή, αυτό που μετρά είναι η αποτύπωση περιστατικών της ψυχής ή της γης και, αν είναι εφικτό, με ομορφιά. Αν αυτό είναι ποίηση, ευχαριστώ πολύ, είναι ποίηση».
Η άποψή του για τα μηνύματα των θεραπόντων την τέχνη :
«Después vienen los otros, los que dicen: "Tengo mi mensaje" y han escrito dos zambas, una chacarera y una canción de protesta y a eso le llaman "mensaje". Eso es falso. Mensaje es una vida. Mensaje es Tagore, mensaje es Cristo, mensaje son setenta y cinco años de Chazarreta tocando danzas y nunca hablando de mensaje; pero lo dejó. Mensaje es Ricardo Rojas, es Martínez Estrada; a eso llamo yo mensaje. Cuando se serena el agua y se anda por el agua, ahí empieza a asomar el mensaje; mientras tanto, calladito».
----------
«Μετά έρχονται οι άλλοι, αυτοί που λένε: “Έχω το μήνυμά μου” και έχουν γράψει δύο σάμπας (αργεντίνικος χορός· να μη συγχέεται με τη βραζιλιάνικη σάμπα –samba–), μία τσακαρέρα (άλλος αργεντίνικος χορός) και ένα τραγούδι διαμαρτυρίας και αυτό το λένε ‘”μήνυμα”. Αυτό είναι λάθος. Μήνυμα είναι μια ζωή. Μήνυμα είναι ο Ταγκόρ, μήνυμα είναι ο Χριστός, μήνυμα είναι εβδομηνταπέντε χρόνια ο Τσαζαρρέτα (σ.σ.: Αντρές Τσαζαρρέτα, Αργεντίνος μουσικός και ερευνητής της παράδοσης, συνθέτης της Zamba de Vargas) να παίζει ντάνσας και ποτέ να μη μιλά για μήνυμα· αλλά το άφησε. Μήνυμα είναι ο Ρικάρντο Ρόχας (σ.σ. Αργεντίνος συγγραφέας και δημοσιογράφος), είναι ο Μαρτίνες Εστράδα (σ.σ.: Εσεκίελ Μαρτίνες Εστράδα, Αργεντίνος συγγραφέας, δοκιμιογράφος και κριτικός)· αυτό ονομάζω εγώ μήνυμα. Όταν ησυχάζει το νερό και περπατάς μέσα στο νερό, εκεί αρχίζει να προβάλλει το μήνυμα· στο μεταξύ, σιωπή».
Και αλλού:
Tú piensas que eres distinto, porque te llaman poeta,
y tienes un mundo aparte, más allá de las estrellas.
De tanto mirar la luna, ya nada sabes mirar.
Eres como un pobre ciego, que no sabe a dónde va.
Vete a mirar los mineros, los hombres en el trigal,
y cántale a los que luchan por un pedazo de pan.
Poeta de ciertas rimas: vete a vivir a la selva,
y aprenderás muchas cosas, del hachero y sus miserias.
Vive junto con el pueblo, no lo mires desde afuera,
que lo primero es el hombre, y lo segundo, poeta.
----------
Σκέφτεσαι ότι είσαι ξεχωριστός, γιατί σε λένε ποιητή,
και έχεις έναν κόσμο χωριστό, πιο πέρα από τ΄ αστέρια.
Κοιτάζεις τόσο το φεγγάρι, που πια δεν ξέρεις να βλέπεις τίποτα.
Είσαι όπως ένας φτωχός τυφλός, που δεν ξέρει πού πηγαίνει.
Πήγαινε να δεις τους ανθρακωρύχους, τους ανθρώπους στο αλώνι,
και τραγούδησε με αυτούς που αγωνίζονται για ένα κομμάτι ψωμί.
Ποιητή μερικών στίχων: πήγαινε να ζήσεις στον δρυμό,
και θα μάθεις πολλά πράγματα, από τον ξυλοκόπο και τα βάσανά του.
Ζήσε μαζί με τον λαό, μην τους βλέπεις από μακριά,
γιατί πρώτα είναι ο άνθρωπος, και ύστερα ο ποιητής.
(El poeta)
Συνθέσεις του έχουν γνωρίσει πολυάριθμες επανεκτελέσεις, εντός και εκτός Λατινικής Αμερικής. Ειδικά το Duerme negrito (που δεν είναι πρωτογενώς δικό του, αλλά διασκευή καριβιανού λαϊκού τραγουδιού), επιφανειακά νανούρισμα, σε δεύτερη ανάγνωση τραγούδι διαμαρτυρίας, ίσως και «ρατσιστικό από την ανάποδη» (ο διάβολος εμφανίζεται λευκός), το έχει τραγουδήσει πολύς κόσμος· για να μείνουμε μόνο στην Ελλάδα, το έχουν ηχογραφήσει –κατ΄ ελάχιστον– η Ζανέτ Καπούγια και η Αλίκη Καγιαλόγλου («Ζανέτ», 1981 και «Τραγούδια από την Ισπανία και τη Λατινική Αμερική», 1986 αντίστοιχα· στο άλμπουμ της Πέμης Ζούνη «Του κόσμου οι καληνύχτες», 2001, αναφέρεται, λανθασμένα, στον κατάλογο τραγουδιών· στην πραγματικότητα πρόκειται για διαφορετικό τραγούδι, το Drume negrita, γνωστότερου στην εκτέλεση της Βραζιλιάνας Marina de la Riva, παραλλαγή του πορτογαλόφωνου Drume negrinha, επίσης νανούρισμα, από τον Caetano Veloso), αν δε ισχύει φήμη που κυκλοφορεί, στο αναμενόμενο τον άλλο μήνα νέο άλμπουμ της Μερσέδες Σόσα, το τραγουδούν ντουέτο η 73χρονη πλέον «λα νέγρα» με την Σακίρα. (Ναι, αυτή η Σακίρα, η Κολομβιανή ποπ ντίβα.)
Μιλώντας για επανεκτελέσεις, προσωπικά με συγκινεί το Le tengo rabia al silencio από τη Μαρί Λαφορέ (Marie Laforêt).
Un día monté a caballo,
Y en la selva me metí,
Y sentí que un gran silencio
Crecía dentro de mí.
Hay silencio en mi guitarra
Cuando canto el yaraví,
Y lo mejor de mi canto
Se queda dentro de mí.
----------
Μια μέρα ανέβηκα στο άλογο,
και μπήκα στον δρυμό,
και αισθάνθηκα μια μεγάλη σιωπή
να μεγαλώνει μέσα μου.
Υπάρχει σιωπή στην κιθάρα μου
όταν τραγουδώ το γιαραβί (*),
και το καλύτερο από το τραγούδι μου
παραμένει μέσα μου.
(*) Το γιαραβί είναι μουσικό είδος που προέρχεται από το ινκαϊκό (χ)αράουι (harawi). Γεννήθηκε στο Περού και επεκτάθηκε και σε άλλες περιοχές των Άνδεων. Στην αρχική του μορφή είχε ελεγειακό χαρακτήρα· στη σύγχρονη έχει νοσταλγικό χαρακτήρα και πραγματεύεται θέματα αποχωρισμού ή χαμένου έρωτα. Ο ίδιος ο Γιουπάνκι είχε ιθαγενή ρίζα από τον πατέρα του –ο οποίος, σύμφωνα με τον Δον Άτα, είχε περιουσία «τρία άλογα και τρία κιβώτια βιβλία»–, κάτι που φαίνεται εύκολα από τα φυσιογνωμικά του χαρακτηριστικά.
Σε όλες του τις ηχογραφήσεις και ηχητικά ντοκουμέντα διακρίνεται ο χαρακτηριστικός zheísmo της διαλέκτου του Ρίο ντε λα Πλάτα (castellano rioplatense), σύμφωνα με τον οποίο τα ll, rr, αρχικά r και y προφέρονται ως δασύ ζ, π.χ. valle – βάζε, tierra – τιέζα, río – ζίο, yo – ζο.
Δεν μπορώ να ξεχωρίσω τις αγαπημένες μου συνθέσεις του Δον Άτα· ακριβέστερα, μου συμβαίνει ό,τι π.χ. με τους Μπητλς ή τον Τσιτσάνη : με ρωτάς το μεσημέρι, σου απαντώ, τα εξής πέντε· με ρωτάς το απόγευμα, σου απαντώ, τα εξής (άλλα) πέντε. Ενδεικτικά, μερικές ακόμα:
Canción para Pablo Neruda
Pablo nuestro que estás en tu Chile,
Gracias por la ternura que nos diste.
Por las golondrinas que vuelan con tus versos.
De barca a barca. De rama a rama.
De silencio a silencio.
----------
Πάβλο ημών ο εν τη Χιλή σου,
Ευχαριστούμε για τη στοργή που μας έδωσες.
Για τα χελιδόνια που πετούν με τους στίχους σου.
Από βάρκα σε βάρκα. Από κλαδί σε κλαδί.
Από σιωπή σε σιωπή.
Basta ya
¿Quién ha ganado la guerra
en los montes del Viet-Nam?
El guerrillero en su tierra
Y el yanqui en el cinema.
----------
Ποιος κέρδισε τον πόλεμο
στα βουνά του Βιετνάμ;
Ο αντάρτης στη γη του
και ο αμερικάνος στο σινεμά.
Η τελευταία είναι η μοναδική του ίσως σύνθεση στην οποία η συνήθως ηδύφωνη κιθάρα του ακούγεται οργισμένη και η συνήθως πράα φωνή του ακούγεται αγανακτισμένη. Η στροφή αυτή λέει, με άλλες λέξεις, ακριβώς τα ίδια με τους στίχους ανωνύμου : "Así se escribe la historia / de nuestra tierra, paisanos / en los libros, con borrones / y con cruces, en los llanos" (Έτσι γράφεται η ιστορία / της γης μας, πατριώτες / στα βιβλία, με σταγόνες μελάνι / και με σταυρούς, στις πεδιάδες).
Ο Δον Άτα συνέγραψε και εφτά βιβλία. Ένα παράθεμα από το El canto del viento (Το τραγούδι του ανέμου):
«Siempre he pensado que nada es mejor que viajar a caballo, pues el camino se compone de infinitas llegadas. Se llega a un cruce, a una flor, a un árbol, a la sombra de la nube sobre la arena del camino; se llega al arroyo, al tope de la sierra, a la piedra extraña. Pareciera que el camino va inventando sorpresas para goce del alma del viajero».
----------
«Πάντα σκεφτόμουν ότι τίποτα δεν είναι καλύτερο από το ταξίδι με άλογο, γιατί ο δρόμος αποτελείται από ατέλειωτες συναντήσεις. Συναντάς ένα σταυροδρόμι, ένα λουλούδι, ένα δέντρο, τη σκιά του σύννεφου πάνω από την άμμο του δρόμου· συναντάς ένα ρυάκι, τον βουνήσιο τυφλοπόντικα, την παράξενη πέτρα. Σαν ο δρόμος να επινοεί εκπλήξεις για να τέρψει την ψυχή του ταξιδιώτη».
Είχα την τύχη να δω τον Δον Άτα στα ογδονταφεύγα του, το 1989, στο Κατράκειο της Νίκαιας. Με τη σαν λαξεμένη σε βράχο μορφή, το παλιομοδίτικο ντύσιμό του –μαύρο κοστούμι, λουστρίνια και παπιγιόν– και, όπως πάντα, μόνο με την κιθάρα του, έπαιξε μέχρι η βραδυνή ψύχρα να του παγώσει τα δάχτυλα και να τον αναγκάσει να σταματήσει. Η όλη ατμόσφαιρα είχε κάτι από αποχαιρετισμό, όπως σε ένα τραγούδι του:
Yo quiero un caballo negroy unas espuelas de plata,
para alcanzar a la vida
que se me escapa.
Yo quiero un lazo trenzado,
mezcla de toro y guanaco,
para enlazar a esos sueños
que se fugaron.
Yo quiero un poncho que tenga
el color de los caminos
para envolverme en la noche
de mi destino.
Caballo, espuelas y lazo,
pienso que no han de servir.
Ya ni el poncho me hace falta.
Voy a dormir.
----------
Θέλω ένα μαύρο άλογο
και ασημένια σπιρούνια,
για να φτάσω τη ζωή
που μου ξεφεύγει.
Θέλω ένα γερό λάσο
φτιαγμένο από ταύρο και γουανάκο,
για να πιάσω αυτά τα όνειρα
που έφυγαν.
Θέλω ένα πόντσο που να έχει
το χρώμα των δρόμων
για να αναμιχθώ με τη νύχτα
του πεπρωμένου μου.
Άλογο, σπηρούνια και λάσο,
σκέφτομαι ότι δεν χρησιμεύουν.
Τώρα ούτε το πόντσο μου λείπει.
Πηγαίνω να κοιμηθώ.
(Yo quiero un caballo negro)
Σε λιγότερο από τρία χρόνια από τότε, πέρασε στην αιωνιότητα.
Οι ήχοι από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού με συναρπάζουν από την παιδική μου ηλικία. Τέρπομαι εξίσου όταν ακούω, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής, τις παραγουανές άρπες, τα περουβιάνικα τσαράνγκος και τους βολιβιάνικους αυλούς από τους αμέτρητους Λος Τάδε, τα νοσταλγικά τάνγκος του Κάρλος Γαρδέλ, τα λυρικά και μαζί ρωμαλέα μπολέρος του Χαβιέρ Σολίς, το τζαζ μπαντονεόν του Άστορ Πιατσόλα, και πλήθος λιγότερο γνωστών ισπανόφωνων καλλιτεχνών, όπως τη «βασίλισσα του μερένγκε», δομινικανή Μίλλυ Κεσάδα, τον αξέχαστο «polaco», αργεντίνο Ρομπέρτο Γκοϊενέτσε, ή την πορτορικανή Λουσεσίτα. Ξεχωριστή θέση στις προτιμήσεις μου είχαν και έχουν οι μπαλλάντες του Αταουάλπα Γιουπάνκι. Όχι σπάνια, διαλέγω στην τύχη έναν από τους είκοσι περίπου σύμπυκνους δίσκους του που έχω και τον αφήνω να παίζει από την αρχή μέχρι το τέλος. Τότε, τον φαντάζομαι να τριποδίζει στις ουράνιες πάμπας με το αγαπημένο του κανελλί άλογο:
Oscuro lazo de niebla
Te pialó junto al barranco.
¿Cómo fue que no lo viste?
¿Qué estrella estabas buscando?
Si como dicen algunos
Hay cielos pa'l buen caballo,
Por ahí andará mi flete
Galopando, galopando.
----------
Σκοτεινό λάσο από ομίχλη
σε παγίδευσε κοντά στο φαράγγι.
Πώς και δεν το είδες;
Ποιο αστέρι έψαχνες;
Αν όπως λένε κάποιοι
υπάρχουν ουρανοί για τα καλά άλογα,
εκεί θα πορεύεται το φαρί μου
καλπάζοντας, καλπάζοντας.
(El alazán)
Άλλες φορές τον φαντάζομαι να βαδίζει στον δρόμο του ίντιο, όπως στο πρώτο τραγούδι που έγραψε:
Caminito del indio, sendero coya sembra'o de piedras.
Caminito del indio, que junta el valle con las estrellas.
Caminito que anduvo de sur a norte mi raza vieja,
antes que en la montaña la Pachamama se ensombreciera.
Cantando en el cerro, llorando en el río,
se agranda en la noche lo pena del indio.
----------
Δρόμος του ίντιο, μονοπάτι των κόγια (**) σπαρμένο με πέτρες.
Δρόμος του ίντιο, που ενώνει την κοιλάδα με τ΄ αστέρια.
Δρόμος που περπάτησε από τον νότο στο βορρά η αρχαία μου φυλή,
πριν στο βουνό η Πατσαμάμα (***) σκοτεινιάσει.
Με το τραγούδι στον λόφο, με το κλάμα στο ποτάμι,
μεγαλώνει τη νύχτα ο καημός του ίντιο.
(Camino del indio)
(**) κόγια (kolla ή colla) : ιθαγενής λαός της βόρειας Χιλής και της βορειοανατολικής Αργεντινής.
(***) Πατσαμάμα : Γη-Μητέρα, η ύψιστη θεότητα των ιθαγενών λαών των κεντρικών Άνδεων και της Νότιας Αμερικής.
Για το τέλος, μερικοί στίχοι του από το El payador perseguido (Ο καταδιωγμένος τραγουδιστής· για την ακρίβεια, payador είναι κάτι ειδικότερο : λαϊκός τραγουδιστής που, με συνοδεία κιθάρας και συνήθως σε αντίστιξη με άλλον, αυτοσχεδιάζει έμμετρες απαγγελίες σε διάφορα θέματα):
Y aunque me quiten la vida
o engrillen mi libertad
y aunque chamusquen quizá
mi guitarra en los fogones,
han de vivir mis canciones
en el alma de los demás.
----------
Και ακόμα και αν μου αφαιρέσουν τη ζωή
ή φυλακίσουν την ελευθερία μου
και ακόμα και αν μου καψαλίσουν ίσως
την κιθάρα μου στη θράκα,
θα ζουν τα τραγούδια μου
στην ψυχή των άλλων.
Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2008
El diferente enfoque de los historiadores en cuanto a la historia de los Caballeros Templarios
(Συνεργασία της Ειρήνης Παρασκευά)
Entrando a la Iglesia de San Bevignate en Perugia y mirando hacia el luneto del ábside vamos a distinguir, pintadas en su punto más alto, nueve estrellas alrededor de tres cruces. En esta imagen vamos a reconocer, sin mucha dificultad, la representación simbólica de la génesis de la legendaria milicia del Temple. Las nueve estrellas del luneto de esta importante iglesia Templaria italiana, nos cuentan la historia de Hugo de Payens, de Godofredo de Saint-Omer y de sus siete compañeros, que fundaron la orden más polémica del todo el Medioevo, la Orden de los Caballeros Templarios o Los pobres Caballeros de Cristo; eran príncipes y feudales que se adhirieron renunciando sus fortunas, castillos y bienes para salvar su alma.

Huyens (Hugo) de Payens
Los primeros miembros de la Orden eran ex-cruzados, que impulsados por su fervor religioso respondieron con entusiasmo, como miles de personas, al grito de Deus vult (Dios lo quiere) clamado por el Papa Urbano II. En el Concilio de Clermont (1095) el Papa otorga indulgencia plenaria y llama a todo el mundo occidental cristiano a luchar por el rescate de los Santos Lugares. La recuperación del Santo Sepulcro, y la salvación de los hermanos acosados y perseguidos por los turcos en la Tierra Santa, obsesionan al hombre medieval del siglo XI, que ya cansado de su temor escatológico del fin del mundo busca la remisión de sus pecados. Por supuesto, las razones que conducieron a la primera cruzada no eran solamente religiosas. Factores políticos, económicos y sociales impulsaron a la iniciación de esta campaña; el peregrinaje a la Tierra Santa desde el siglo IV, la crisis económica y agraria, la pasión caballeresca por la aventura, el aumento de la población, la institución del mayorazgo. Así pues, empieza una aventura de casi doscientos años de luchas crueles, tremendas y sangrientes para que la Cruz prevaleciera sobre la Media Luna.
En este cuadro sociopolítico y religioso, con las cruzadas lanzadas en el Este y con la Península Ibérica metida en su particular cruzada contra los moros (casi desde el año 710), una nueva noción nace en el mundo caballeresco. En el espíritu ahidalgado aparece por primera vez el “guerrero que consagra sus armas a la defensa del débil o de la Iglesia”.
‘Non nobis, Domine, non nobis, sed tuo nomini da glorium.’ Este histórico lema de los Templarios sumariza en pocas palabras el ideal y el proposito de la existencia de la Orden, que era caracterizada por una combinación de religiosidad y valentía. Los caballeros Templarios eran monjes guerreros y la Orden de los pobres Camballeros del Cristo la primera orden religioso-militar en la Historia. En la época de su fundación, la ‘santa violencia’, proclamada por Urbano II, llega a su apogeo de modo que el cuadro socio-político formado por la primera cruzada, explique el éxito y la popularidad de una cosa tan rara como la fusión, en una orden, de la vida monástica y de la vida bélica. Bajo estas circunstancias, aparecen por primera vez las órdenes de carácter religioso-militar. Jacobo de Vitry hablando de los caballeros Templarios nos describe de manera muy representativa esta mezcla contradictoria y ‘anómala’: “a su vez leones de guerra y corderos del hogar; rudos caballeros en campo de batalla; monjes piedosos en la capilla; temibles para los enemigos del Cristo; la suavidad misma para los amigos.” Desde su fundación hasta su disolución trágica en el siglo XIV, la vida de la Orden está llena de contrastes. El mundo de la Orden se debate continuamente entre dos ideologías, entre dos estilos de vida, exactamente de la misma manera que sus espléndidos castillos eran a la vez monasterios y cuarteles.

El castillo templario de Ponferrada
La santificación del propósito de la existencia de las órdenes religioso-militares y de esta fusión rara viene de la boca del clérigo más importante de su época, de una persona influyente y gravitante, San Bernardo de Claraval. San Bernando, aunque escribe su Liber ad milites templi: De laude novae militae, una obra elogio para los Caballeros Templarios, muchos años después del Concilio de Clermont, casi en el año 1128, elabora de una manera fina y elocuente el grito bélico de ‘Dios lo quiere’. En su De laude vemos claramente el doble carácter de la función de la Orden; este dualismo entre lo espiritual y lo temporal, esta guerra doble de la carne y de la sangre contra las fuerzas invisibles del Mal. Es una obra verdadera apología de una guerra Santa, de una verdadera Yihad cristiana. Tenemos la plena justificación de la ‘santa violencia’. Si el monje guerrero mata a un pecador infiel no es un asesino sino un matador del Mal, un soldado del Cristo.

San Bernardo de Claraval
Un tipo nuevo de caballería nació, sin embargo, el hombre medieval no aceptó fácilmente, en su conciencia, la idea que un monje manchase sus manos con sangre por muy justa que fuese la razón. Pero San Bernardo tomando con entusiasmo la causa de los Templarios, con su apoyo espiritual y práctico, lanzó la Orden hacia su apogeo. No obstante, no tenemos que olvidar el cuadro socio-político de la época y las circunstancias que se crearon. La formación de la Orden surgió de la necesidad de escoltar y proteger los indefensos y vulnerables peregrinos que atravesaban las lejanas y hostiles zonas de Palestina y tenían que afrontar desde soldados musulmanes y bandidos hasta fieras. El dominio cristiano de los Santos Lugares resultó precario y el Reino Latino de Jerusalén se vió pronto inseguro, inestable e indefenso. Su propia capital, Jerusalén, era aislada y estaba en continuo peligro de invasión rodeada por los vecinos musulmanes. Bajo estas circunstancias, Hugo de Payens y sus compañeros pronunciaron los tres votos perpétuos religiosos de castidad, obediencia y pobreza ante el Patriarca latino de Jerusalén y asumieron la responsabilidad de la defensa de los Santos Lugares. El rey Balduino II aceptó sus servicios y les albergó en un sitio dentro de su palacio real que se llamaba ‘Templum Salomonis’ (en la explanada de las Mezquitas de la Roca y de Al Aqsa) de allí los ‘milites Cristi’ se convirtieron en los pobres caballeros del Temple. Es el momento de la fundación de la Orden Templaria que fue una de las órdenes religioso-militares más influyentes y poderosos del Medioevo.

Balduino II de Jerusalén cede el Templo de Salomón a Hugo de Payens y Godofredo de Saint-Omer
Según cuenta Guillermo de Tyre, en el año 1118, unos nobles caballeros, devotos, piedosos y con miedo de Dios, pronunciaron los tres votos en presencia del Patriarca de Jerusalén, y los dos más importantes eran Hugo de Payens de Champaña y Godofredo de Saint-Omer de Picardy. Desde la época de “las nueve estrellas alrededor de las tres cruces” del luneto hasta la orden acusada de herejía, perseguida por la inquisición y abolida por bula papal, hay un intervalo de 187 años; durante casi dos siglos se forja la leyanda templaria. Una leyenda donde el mito y el hecho histórico se mezclan y los monjes guerreros se convierten en guardianes del Santo Grial. Donde una orden religioso-militar defensora de los Santos Lugares se convierte en campo de sincretismo religioso que une el esoterismo con el sufismo, el gnosticismo con la alquimía, el hermetismo con el mito del Santo Grial. Para la investigación histórica, las creaciones de la imaginación de la mente humana y las auténticas pruebas históricas las separa un abismo. La historia de los Caballeros Templarios es un ejemplo llamativo. Es un campo de debate entre investigadores, teorías y hechos históricos donde la evaluación de las fuentes bibliográficas es un trabajo realmente difícil.
Si el fin de los Templarios se ve rodeado de secretismo, misterios y enigmas, la historia de sus primeros años está llena de inexactitudes y vacios en las informaciones dadas por las fuentes de la época. El problema que se va a ver desde la primera lectura de las fuentes, son las diferentes fechas de fundación de la Orden. Y para que sea más evidente nuestro argumento, vamos a separar los historiadores que se ocupan del tema de los Cabelleros Templarios en dos categorías. En la primera, pertenecen la mayoría de los investigadores que indican el año 1118 o 1119 como fecha posible de la formación oficial. En las obras de investigación de estos autores se ve claramente la influencia de Guillermo de Tyre. Es en su crónica que aparecen por primera vez los Templarios. Guillermo, arzobispo de Tyre, escribió su crónica casi cinquenta años después de la época de la formación de la Orden, y por consiguiente, todo lo que escribe lo sabe de segunda o tercera mano o por tradición oral; por esa razón los investigadores son pensativos algunas veces en cuanto a la exactitud de sus informaciones. Por esta razón, en esta primera categoría pondremos, también, a Malcolm Barber que cita la cronología dada por Guillermo de Tyre, a pesar de que con un estudio detallado y bien argumentado defiende el año 1120. Por último, en esta misma trinchera, están los que prefieren evitar la cronología de la fundación y poner directamente la del reconocimiento papal en el Concilio de Troyes (1128). Por el otro lado, mencionaremos el caso de los investigadores que defienden el 1111 como el año correcto de la formación. En esta segunda categoría pertenecen los que podríamos llamar ‘los teóricos de la conspiración’.
La pregunta lógica que surge es: ¿es de tanta importancia la cronología exacta de la fundación de la Orden? ¿Por qué mencionamos todos esos casos, si todos los investigadores están de acuerdo en el hecho histórico de la fundación de la Orden, entre los años 1111 y 1118? ¿Qué cambia con unos años antes o después? Practicamente, diríamos que nada, y en este punto, tiene razón James Wasserman cuando dice que indepedientemente del año exacto, lo más importante es el hecho mismo de la fundación de los Templarios, sobre todo, en aquel momento histórico y crucial para la sobrevivencia del cristianismo en los Santos Lugares. Pero si miramos un poco más detenidamente las fuentes, entenderemos que no se trata simplemente de un desacuerdo científico, sino de una completamente diferente manera de enfocar el tema de la Orden Templaria.
Por una parte, hay los que ven a los Templarios rodeados de misterios, secretos y conspiraciones. Según ellos, la defensa de los peregrinos no era nada más que una “tapadera” de su verdadera misión. Se trataba de la busqueda de objetos ocultos de la cristiandad con el fin de rescatarlos y trasladarlos a tierras europeas. Era entonces, la búsqueda de las eternas reliquias cristianas y su descubrimiento lo que anhelaba el alma de estos caballeros; el Arca de la Alianza, el Santo Grial y los secretos de los manuscritos del Mar Muerto. No son pocos los que ven en las construcciones octogonales templarias la simbología cabalística del ocho o medidas arquitectónicas sagradas, halladas en los manuscritos ocultos de Qumrán. La Iglesia de Santa Maria de Eunate en Navarra es un excelente ejemplo de esta forma arquitectónica templaria.

La iglesia de Santa María de Eunate
Los partidarios de este enfoque lleno de misticismo consideran, también, sospechoso el silencio de Fulcher de Chartres, cronista contemporáneo de los primeros Templarios. La explicación que dan es simple. Fulcher de Chartres oculta, a proposito, la existencia y las actividades de la Orden en aquella época. Y eso pasa o porque la Orden no cumplía su supuesta misión de defender los peregrinos o porque tenían otra misión y se sintieron obligados en encriptarse. Solamente la cifra que cuenta la leyenda de los nueve primeros miembros fundadores, demuestra la imposibilidad del cumplimiento de la misión defensora. Que fuesen nueve o treinta, como cuenta Miguel el Siríaco, los primeros Templarios seguramente eran muy pocos para afrontar las enormes fuerzas musulmanes en todo el territorio palestino. Por eso, la fecha, y en este caso el año 1111, es un argumento muy fuerte para que se base la teoría de una ocultación intencional. Si el cronista oficial del corte y capellano del rey no menciona de ningún modo en su obra sus contemporáneos pioneros, los primeros monjes guerreros de la historia medieval, esta omisión es algo más que una simple sospecha. Es la prueba evidente de una conspiración bien organizada. Otra cosa más que refuerza el argumento de la existencia de un complot templario, es la residencia que se les ofreció por el rey Balduino II en el ‘Templum Salomonis’. La leyenda cuenta que en los subterráneos del Templo de Salomón estaban escondidos secretos ancestrales ocultos durante siglos. ¿Por qué no pensar entonces, que no se trata de una simple coincidencia, sino de la misión verdadera de los Templarios? Que no era otra, que excavar por debajo del Templo y descubrir los tesoros anhelados durante siglos. Los partidarios del enfoque sobrenatural de la misión templaria, los ‘teóricos de la conspiración’, creen que es exactamente al descubrimiento y a la adquisición de estos conocimientos ancestrales místicos que se debe el indiscutiblemente enorme poder de la Orden en el curso de su historia.

La cúpula de la iglesia del Santo Sepulcro de Torres del Río
Y volvemos ahora a la primera categoría, a los investigadores que dejan a lo lado la implicación mística en la misión de los Templarios y enfocan su análisis a la coyuntura político-religiosa del medioevo. Para ellos no existen nada más que hechos históricos y factores económicos, socio-políticos y religiosos que causan o mejor impulsan la formación de este tipo de instituciones. Sus estudios se basan en investigaciones estrictamente históricas que son cientificamente argumentadas. Según su punto de vista, no existe ningún tipo de conspiración en el hecho de que Fulcher de Chartres no menciona en su crónica a los Templarios. Barber dice de manera característica que ninguno de sus contemporáneos pensó que fuesen tan significativos para referirse a ellos o a su obra. No obstante, los Templarios, al principio, aún no tenían hábito o regla distintivos. Adoptaron el hábito blanco de los Cistercienses agregándole una cruz roja de ocho puntas, pero muchos años después de su fundación. Así pues, en sus primeros años los Templarios no eran nada más que nueve o treinte “buenos caballeros piedosos”que por su fervor religioso se pusieron al servicio del rey y se proclamaron defensores de la fe y de los peregrinos. Eran pobres, vivían de las donaciones de los vecinos en un sitio ofrecido por el rey y no muy de lujo como parece. Además, a pesar del apoyo indiscutible del rey y del patriarca la Orden no consiguió reclutar muchos miembros hasta el tiempo de su reconocimiento formal por el Papa en el Concilio de Troyes (1128). Dados todos estos argumentos, y si intentamos ver a los primeros Templarios a través de los ojos de sus contemporáneos, entenderemos porque Fulcher de Chartres un “honesto y perspicaz cronista” no considera significativo referirse a ellos. Eran simplemente, una pequeña milicia de voluntarios valientes, tampoco eran un ejército de cientos de caballeros equipados. Al contrario, en la época de Guillermo de Tyre, la Orden Templaria ya estaba reconocida desde el 1128, y poseaba un inmenso patrimonio en casi todo el territorio europeo, aparte de su poder en el Oriente. Los Templarios de la época de Guillermo disfrutaban un estimo y un respeto profundo en casi todos los cortes europeos. Su fama había llegado hasta Escocia desde la época que Hugo de Payens recorría Europa para buscar apoyo y reclutar miembros. Entonces, está claro porque es lógico encontrar a los Templarios en la crónica de Guillermo de Tyre y no en la de Fulcher de Chartres. Ahora en cuanto al caracter místico y secreto de su misión, sólo el cuadro socio-político de la época y las circunstancias formaron un perfecto terreno abonado para la creación de la Orden. El ataque sarraceno contra setecientos peregrinos, en la zona montañosa de Judea, la Pascua de 1119 y su resultado trágico chocó y desesperó Jerusalén, demostrando la vulnerabilidad y la impotencia del dominio latino. Los problemas de la defensa, más otros que tenían que ver con la administración interna del Reino Latino señalaron la creación de una milicia permanente y siempre dispuesta a sacrificarse para proteger la Tierra Santa. Y para concluir, en sus casi dos siglos de vida, la Orden se demostró muy activa en el sector económico. No les han llamado, en vano, los primeros ‘banqueros de Europa’. Es verdad que los Templarios, de pobres Caballeros del Cristo se convirtieron en grandes terratenientes muy poderosos y ricos. No es ninguna exageración, si decimos que fueron aquellos ‘primeros banqueros’ que pusieron las bases del sistema bancario moderno. De todas maneras, sus actividades económicas están registradas, así que no es necesario buscar el secreto de su riqueza en la alquimía o en los secretos místicos, es suficiente mirar a los archivos guardados.

Mapa de Jerusalén
Con nuestro pequeño análisis, hemos intentado demostrar que una simple diferencia en una cronología algunas veces puede esconder algo más que un desacuerdo científico de investigadores. Hemos visto que la diferencia de las cronologías representa dos tendencias diferentes, dos completamente opuestos puntos de vista de la historia templaria. La mirada de los que defienden el año 1111 está impregnada de un velo de misticismo y de la creencia en el esoterismo y en el secretismo de la Orden Templaria. Son los que en el hermetismo de la regla templaria encuentran las fuentes doctrinales de las logias masónicas. Para ellos cada rincón de la historia templaria esconde una conspiración y una traición. Al otro lado están los que con un trabajo serio de investigación basada en documentos auténticos, buscan la verdad histórica. Son los investigadores que utililizan de manera pensativa, por supuesto, las crónicas medievales pero no encuentran ningún tipo de complot en sus deficiencias o imprecisiones. Porque en la investigación histórica, la falta de datos no significa necesariamente prueba o señal de algo. Lo que nos cuentan ellos, a lo mejor, es menos fascinante pero seguramente está más cerca a los hechos reales. La apasionada búsqueda de la verdad para la Orden Templaria sigue teniendo una gran vigencia, hasta nuestros días. ¿Qué eran los Caballeros Templarios? ¿Guerreros, monjes, ‘banqueros’ o guardianes de un secreto grande y peligroso que, al final, causó su caída trágica? Seguramente no hay respuesta ‘correcta’. Depende de nosotros qué mundo vamos a elegir ¿de la leyenda o de la historia?
Entrando a la Iglesia de San Bevignate en Perugia y mirando hacia el luneto del ábside vamos a distinguir, pintadas en su punto más alto, nueve estrellas alrededor de tres cruces. En esta imagen vamos a reconocer, sin mucha dificultad, la representación simbólica de la génesis de la legendaria milicia del Temple. Las nueve estrellas del luneto de esta importante iglesia Templaria italiana, nos cuentan la historia de Hugo de Payens, de Godofredo de Saint-Omer y de sus siete compañeros, que fundaron la orden más polémica del todo el Medioevo, la Orden de los Caballeros Templarios o Los pobres Caballeros de Cristo; eran príncipes y feudales que se adhirieron renunciando sus fortunas, castillos y bienes para salvar su alma.
Huyens (Hugo) de Payens
Los primeros miembros de la Orden eran ex-cruzados, que impulsados por su fervor religioso respondieron con entusiasmo, como miles de personas, al grito de Deus vult (Dios lo quiere) clamado por el Papa Urbano II. En el Concilio de Clermont (1095) el Papa otorga indulgencia plenaria y llama a todo el mundo occidental cristiano a luchar por el rescate de los Santos Lugares. La recuperación del Santo Sepulcro, y la salvación de los hermanos acosados y perseguidos por los turcos en la Tierra Santa, obsesionan al hombre medieval del siglo XI, que ya cansado de su temor escatológico del fin del mundo busca la remisión de sus pecados. Por supuesto, las razones que conducieron a la primera cruzada no eran solamente religiosas. Factores políticos, económicos y sociales impulsaron a la iniciación de esta campaña; el peregrinaje a la Tierra Santa desde el siglo IV, la crisis económica y agraria, la pasión caballeresca por la aventura, el aumento de la población, la institución del mayorazgo. Así pues, empieza una aventura de casi doscientos años de luchas crueles, tremendas y sangrientes para que la Cruz prevaleciera sobre la Media Luna.

En este cuadro sociopolítico y religioso, con las cruzadas lanzadas en el Este y con la Península Ibérica metida en su particular cruzada contra los moros (casi desde el año 710), una nueva noción nace en el mundo caballeresco. En el espíritu ahidalgado aparece por primera vez el “guerrero que consagra sus armas a la defensa del débil o de la Iglesia”.
‘Non nobis, Domine, non nobis, sed tuo nomini da glorium.’ Este histórico lema de los Templarios sumariza en pocas palabras el ideal y el proposito de la existencia de la Orden, que era caracterizada por una combinación de religiosidad y valentía. Los caballeros Templarios eran monjes guerreros y la Orden de los pobres Camballeros del Cristo la primera orden religioso-militar en la Historia. En la época de su fundación, la ‘santa violencia’, proclamada por Urbano II, llega a su apogeo de modo que el cuadro socio-político formado por la primera cruzada, explique el éxito y la popularidad de una cosa tan rara como la fusión, en una orden, de la vida monástica y de la vida bélica. Bajo estas circunstancias, aparecen por primera vez las órdenes de carácter religioso-militar. Jacobo de Vitry hablando de los caballeros Templarios nos describe de manera muy representativa esta mezcla contradictoria y ‘anómala’: “a su vez leones de guerra y corderos del hogar; rudos caballeros en campo de batalla; monjes piedosos en la capilla; temibles para los enemigos del Cristo; la suavidad misma para los amigos.” Desde su fundación hasta su disolución trágica en el siglo XIV, la vida de la Orden está llena de contrastes. El mundo de la Orden se debate continuamente entre dos ideologías, entre dos estilos de vida, exactamente de la misma manera que sus espléndidos castillos eran a la vez monasterios y cuarteles.

El castillo templario de Ponferrada
La santificación del propósito de la existencia de las órdenes religioso-militares y de esta fusión rara viene de la boca del clérigo más importante de su época, de una persona influyente y gravitante, San Bernardo de Claraval. San Bernando, aunque escribe su Liber ad milites templi: De laude novae militae, una obra elogio para los Caballeros Templarios, muchos años después del Concilio de Clermont, casi en el año 1128, elabora de una manera fina y elocuente el grito bélico de ‘Dios lo quiere’. En su De laude vemos claramente el doble carácter de la función de la Orden; este dualismo entre lo espiritual y lo temporal, esta guerra doble de la carne y de la sangre contra las fuerzas invisibles del Mal. Es una obra verdadera apología de una guerra Santa, de una verdadera Yihad cristiana. Tenemos la plena justificación de la ‘santa violencia’. Si el monje guerrero mata a un pecador infiel no es un asesino sino un matador del Mal, un soldado del Cristo.

San Bernardo de Claraval
Un tipo nuevo de caballería nació, sin embargo, el hombre medieval no aceptó fácilmente, en su conciencia, la idea que un monje manchase sus manos con sangre por muy justa que fuese la razón. Pero San Bernardo tomando con entusiasmo la causa de los Templarios, con su apoyo espiritual y práctico, lanzó la Orden hacia su apogeo. No obstante, no tenemos que olvidar el cuadro socio-político de la época y las circunstancias que se crearon. La formación de la Orden surgió de la necesidad de escoltar y proteger los indefensos y vulnerables peregrinos que atravesaban las lejanas y hostiles zonas de Palestina y tenían que afrontar desde soldados musulmanes y bandidos hasta fieras. El dominio cristiano de los Santos Lugares resultó precario y el Reino Latino de Jerusalén se vió pronto inseguro, inestable e indefenso. Su propia capital, Jerusalén, era aislada y estaba en continuo peligro de invasión rodeada por los vecinos musulmanes. Bajo estas circunstancias, Hugo de Payens y sus compañeros pronunciaron los tres votos perpétuos religiosos de castidad, obediencia y pobreza ante el Patriarca latino de Jerusalén y asumieron la responsabilidad de la defensa de los Santos Lugares. El rey Balduino II aceptó sus servicios y les albergó en un sitio dentro de su palacio real que se llamaba ‘Templum Salomonis’ (en la explanada de las Mezquitas de la Roca y de Al Aqsa) de allí los ‘milites Cristi’ se convirtieron en los pobres caballeros del Temple. Es el momento de la fundación de la Orden Templaria que fue una de las órdenes religioso-militares más influyentes y poderosos del Medioevo.

Balduino II de Jerusalén cede el Templo de Salomón a Hugo de Payens y Godofredo de Saint-Omer
Según cuenta Guillermo de Tyre, en el año 1118, unos nobles caballeros, devotos, piedosos y con miedo de Dios, pronunciaron los tres votos en presencia del Patriarca de Jerusalén, y los dos más importantes eran Hugo de Payens de Champaña y Godofredo de Saint-Omer de Picardy. Desde la época de “las nueve estrellas alrededor de las tres cruces” del luneto hasta la orden acusada de herejía, perseguida por la inquisición y abolida por bula papal, hay un intervalo de 187 años; durante casi dos siglos se forja la leyanda templaria. Una leyenda donde el mito y el hecho histórico se mezclan y los monjes guerreros se convierten en guardianes del Santo Grial. Donde una orden religioso-militar defensora de los Santos Lugares se convierte en campo de sincretismo religioso que une el esoterismo con el sufismo, el gnosticismo con la alquimía, el hermetismo con el mito del Santo Grial. Para la investigación histórica, las creaciones de la imaginación de la mente humana y las auténticas pruebas históricas las separa un abismo. La historia de los Caballeros Templarios es un ejemplo llamativo. Es un campo de debate entre investigadores, teorías y hechos históricos donde la evaluación de las fuentes bibliográficas es un trabajo realmente difícil.
Si el fin de los Templarios se ve rodeado de secretismo, misterios y enigmas, la historia de sus primeros años está llena de inexactitudes y vacios en las informaciones dadas por las fuentes de la época. El problema que se va a ver desde la primera lectura de las fuentes, son las diferentes fechas de fundación de la Orden. Y para que sea más evidente nuestro argumento, vamos a separar los historiadores que se ocupan del tema de los Cabelleros Templarios en dos categorías. En la primera, pertenecen la mayoría de los investigadores que indican el año 1118 o 1119 como fecha posible de la formación oficial. En las obras de investigación de estos autores se ve claramente la influencia de Guillermo de Tyre. Es en su crónica que aparecen por primera vez los Templarios. Guillermo, arzobispo de Tyre, escribió su crónica casi cinquenta años después de la época de la formación de la Orden, y por consiguiente, todo lo que escribe lo sabe de segunda o tercera mano o por tradición oral; por esa razón los investigadores son pensativos algunas veces en cuanto a la exactitud de sus informaciones. Por esta razón, en esta primera categoría pondremos, también, a Malcolm Barber que cita la cronología dada por Guillermo de Tyre, a pesar de que con un estudio detallado y bien argumentado defiende el año 1120. Por último, en esta misma trinchera, están los que prefieren evitar la cronología de la fundación y poner directamente la del reconocimiento papal en el Concilio de Troyes (1128). Por el otro lado, mencionaremos el caso de los investigadores que defienden el 1111 como el año correcto de la formación. En esta segunda categoría pertenecen los que podríamos llamar ‘los teóricos de la conspiración’.
La pregunta lógica que surge es: ¿es de tanta importancia la cronología exacta de la fundación de la Orden? ¿Por qué mencionamos todos esos casos, si todos los investigadores están de acuerdo en el hecho histórico de la fundación de la Orden, entre los años 1111 y 1118? ¿Qué cambia con unos años antes o después? Practicamente, diríamos que nada, y en este punto, tiene razón James Wasserman cuando dice que indepedientemente del año exacto, lo más importante es el hecho mismo de la fundación de los Templarios, sobre todo, en aquel momento histórico y crucial para la sobrevivencia del cristianismo en los Santos Lugares. Pero si miramos un poco más detenidamente las fuentes, entenderemos que no se trata simplemente de un desacuerdo científico, sino de una completamente diferente manera de enfocar el tema de la Orden Templaria.
Por una parte, hay los que ven a los Templarios rodeados de misterios, secretos y conspiraciones. Según ellos, la defensa de los peregrinos no era nada más que una “tapadera” de su verdadera misión. Se trataba de la busqueda de objetos ocultos de la cristiandad con el fin de rescatarlos y trasladarlos a tierras europeas. Era entonces, la búsqueda de las eternas reliquias cristianas y su descubrimiento lo que anhelaba el alma de estos caballeros; el Arca de la Alianza, el Santo Grial y los secretos de los manuscritos del Mar Muerto. No son pocos los que ven en las construcciones octogonales templarias la simbología cabalística del ocho o medidas arquitectónicas sagradas, halladas en los manuscritos ocultos de Qumrán. La Iglesia de Santa Maria de Eunate en Navarra es un excelente ejemplo de esta forma arquitectónica templaria.

La iglesia de Santa María de Eunate
Los partidarios de este enfoque lleno de misticismo consideran, también, sospechoso el silencio de Fulcher de Chartres, cronista contemporáneo de los primeros Templarios. La explicación que dan es simple. Fulcher de Chartres oculta, a proposito, la existencia y las actividades de la Orden en aquella época. Y eso pasa o porque la Orden no cumplía su supuesta misión de defender los peregrinos o porque tenían otra misión y se sintieron obligados en encriptarse. Solamente la cifra que cuenta la leyenda de los nueve primeros miembros fundadores, demuestra la imposibilidad del cumplimiento de la misión defensora. Que fuesen nueve o treinta, como cuenta Miguel el Siríaco, los primeros Templarios seguramente eran muy pocos para afrontar las enormes fuerzas musulmanes en todo el territorio palestino. Por eso, la fecha, y en este caso el año 1111, es un argumento muy fuerte para que se base la teoría de una ocultación intencional. Si el cronista oficial del corte y capellano del rey no menciona de ningún modo en su obra sus contemporáneos pioneros, los primeros monjes guerreros de la historia medieval, esta omisión es algo más que una simple sospecha. Es la prueba evidente de una conspiración bien organizada. Otra cosa más que refuerza el argumento de la existencia de un complot templario, es la residencia que se les ofreció por el rey Balduino II en el ‘Templum Salomonis’. La leyenda cuenta que en los subterráneos del Templo de Salomón estaban escondidos secretos ancestrales ocultos durante siglos. ¿Por qué no pensar entonces, que no se trata de una simple coincidencia, sino de la misión verdadera de los Templarios? Que no era otra, que excavar por debajo del Templo y descubrir los tesoros anhelados durante siglos. Los partidarios del enfoque sobrenatural de la misión templaria, los ‘teóricos de la conspiración’, creen que es exactamente al descubrimiento y a la adquisición de estos conocimientos ancestrales místicos que se debe el indiscutiblemente enorme poder de la Orden en el curso de su historia.

La cúpula de la iglesia del Santo Sepulcro de Torres del Río
Y volvemos ahora a la primera categoría, a los investigadores que dejan a lo lado la implicación mística en la misión de los Templarios y enfocan su análisis a la coyuntura político-religiosa del medioevo. Para ellos no existen nada más que hechos históricos y factores económicos, socio-políticos y religiosos que causan o mejor impulsan la formación de este tipo de instituciones. Sus estudios se basan en investigaciones estrictamente históricas que son cientificamente argumentadas. Según su punto de vista, no existe ningún tipo de conspiración en el hecho de que Fulcher de Chartres no menciona en su crónica a los Templarios. Barber dice de manera característica que ninguno de sus contemporáneos pensó que fuesen tan significativos para referirse a ellos o a su obra. No obstante, los Templarios, al principio, aún no tenían hábito o regla distintivos. Adoptaron el hábito blanco de los Cistercienses agregándole una cruz roja de ocho puntas, pero muchos años después de su fundación. Así pues, en sus primeros años los Templarios no eran nada más que nueve o treinte “buenos caballeros piedosos”que por su fervor religioso se pusieron al servicio del rey y se proclamaron defensores de la fe y de los peregrinos. Eran pobres, vivían de las donaciones de los vecinos en un sitio ofrecido por el rey y no muy de lujo como parece. Además, a pesar del apoyo indiscutible del rey y del patriarca la Orden no consiguió reclutar muchos miembros hasta el tiempo de su reconocimiento formal por el Papa en el Concilio de Troyes (1128). Dados todos estos argumentos, y si intentamos ver a los primeros Templarios a través de los ojos de sus contemporáneos, entenderemos porque Fulcher de Chartres un “honesto y perspicaz cronista” no considera significativo referirse a ellos. Eran simplemente, una pequeña milicia de voluntarios valientes, tampoco eran un ejército de cientos de caballeros equipados. Al contrario, en la época de Guillermo de Tyre, la Orden Templaria ya estaba reconocida desde el 1128, y poseaba un inmenso patrimonio en casi todo el territorio europeo, aparte de su poder en el Oriente. Los Templarios de la época de Guillermo disfrutaban un estimo y un respeto profundo en casi todos los cortes europeos. Su fama había llegado hasta Escocia desde la época que Hugo de Payens recorría Europa para buscar apoyo y reclutar miembros. Entonces, está claro porque es lógico encontrar a los Templarios en la crónica de Guillermo de Tyre y no en la de Fulcher de Chartres. Ahora en cuanto al caracter místico y secreto de su misión, sólo el cuadro socio-político de la época y las circunstancias formaron un perfecto terreno abonado para la creación de la Orden. El ataque sarraceno contra setecientos peregrinos, en la zona montañosa de Judea, la Pascua de 1119 y su resultado trágico chocó y desesperó Jerusalén, demostrando la vulnerabilidad y la impotencia del dominio latino. Los problemas de la defensa, más otros que tenían que ver con la administración interna del Reino Latino señalaron la creación de una milicia permanente y siempre dispuesta a sacrificarse para proteger la Tierra Santa. Y para concluir, en sus casi dos siglos de vida, la Orden se demostró muy activa en el sector económico. No les han llamado, en vano, los primeros ‘banqueros de Europa’. Es verdad que los Templarios, de pobres Caballeros del Cristo se convirtieron en grandes terratenientes muy poderosos y ricos. No es ninguna exageración, si decimos que fueron aquellos ‘primeros banqueros’ que pusieron las bases del sistema bancario moderno. De todas maneras, sus actividades económicas están registradas, así que no es necesario buscar el secreto de su riqueza en la alquimía o en los secretos místicos, es suficiente mirar a los archivos guardados.

Mapa de Jerusalén
Con nuestro pequeño análisis, hemos intentado demostrar que una simple diferencia en una cronología algunas veces puede esconder algo más que un desacuerdo científico de investigadores. Hemos visto que la diferencia de las cronologías representa dos tendencias diferentes, dos completamente opuestos puntos de vista de la historia templaria. La mirada de los que defienden el año 1111 está impregnada de un velo de misticismo y de la creencia en el esoterismo y en el secretismo de la Orden Templaria. Son los que en el hermetismo de la regla templaria encuentran las fuentes doctrinales de las logias masónicas. Para ellos cada rincón de la historia templaria esconde una conspiración y una traición. Al otro lado están los que con un trabajo serio de investigación basada en documentos auténticos, buscan la verdad histórica. Son los investigadores que utililizan de manera pensativa, por supuesto, las crónicas medievales pero no encuentran ningún tipo de complot en sus deficiencias o imprecisiones. Porque en la investigación histórica, la falta de datos no significa necesariamente prueba o señal de algo. Lo que nos cuentan ellos, a lo mejor, es menos fascinante pero seguramente está más cerca a los hechos reales. La apasionada búsqueda de la verdad para la Orden Templaria sigue teniendo una gran vigencia, hasta nuestros días. ¿Qué eran los Caballeros Templarios? ¿Guerreros, monjes, ‘banqueros’ o guardianes de un secreto grande y peligroso que, al final, causó su caída trágica? Seguramente no hay respuesta ‘correcta’. Depende de nosotros qué mundo vamos a elegir ¿de la leyenda o de la historia?
Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008
Netzahualcóyotl-ο ποιητής βασιλιάς
(Αναδημοσίευση και προσαρμογή από το ιστολόγιο του Αλταθόρ)Η ποίηση ήταν μια δραστηριότητα που γνώριζε μεγάλη εκτίμηση στην κοινωνία των Αζτέκων και είχε φτάσει σε υψηλά επίπεδα πολύ πριν την έλευση των Ισπανών κονκισταδόρες. Τόσο ελκυστική ήταν η ποίηση, που υπήρχαν ειδικά σχολεία για να τη διδάσκουν. Βρίσκουμε ποιήματα που υμνούσαν τους Θεούς (Teocuícatl), καθώς κι άλλα για τους ατρόμητους πολεμιστές (Yaocuícatl), αλλά και ποιήματα φιλοσοφικά και τρυφερά (Icnocuícatl).
Ένας από τους σημαντικότερους Αζτέκους ποιητές ήταν ο βασιλιάς της Τεχκόκο Νετζαχουαλκόγιοτλ (1402-1472). Ο θρύλος τού αποδίδει πολλά ποιήματα, κυρίως φιλοσοφικά. Μέσα σ' αυτά φαίνεται μια βαθιά θεώρηση της ζωής, μια τρυφερότητα και μια εντελώς ανθρώπινη ανησυχία και αγωνία για το άγνωστο.
Εδώ θα συναντήσουμε κι ένα από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία της ποίησης των Αζτέκων: την επανάληψη μιας ιδέας σε ολόκληρη τη στροφή, κάτι που αύξανε τη μουσικότητα, μια και τα ποιήματα στην πραγματικότητα συνοδεύονταν από μουσική, μελοποιημένα από τους ίδιους τους δημιουργούς τους.
Δύο χαρακτηριστικά Icnocuícatl του βασιλιά:
ΟΧΙ ΠΑΝΤΟΤΙΝΑ ΣΤΗ ΓΗ
Τάχα ζούμε πραγματικά στη γη;
Όχι παντοτινά στη γη,
Εδώ μόνο για λίγο.
Αν ήταν ζαντ πάλι θα έσπαγε,
αν ήταν χρυσάφι πάλι θα έλιωνε,
ακόμα και τα φτερά του κετζάλ μαραίνονται.
Όχι παντοτινά στη γη,
Εδώ μόνο για λίγο.
(Από το βιβλίο Στα ίχνη του ανέμου, Οδός Πανός 1984)
Μετάφραση: Ειρήνη Βρης
Αγαπώ το τραγούδι του μίμου,
Πουλιού με τετρακόσιες φωνές,
Αγαπώ το χρώμα του νεφρίτη,
Και το αδύναμο άρωμα των λουλουδιών,
Μα πιο πολύ απ' όλα αγαπώ τον αδελφό μου: τον άνθρωπο.
Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008
Ψυχή ευτυχισμένη
(Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του Αλταθόρ)
"Ίσως η πιο όμορφη στροφή του Λεοπόλδο Λουγόνες", γράφει ο Μπόρχες γι' αυτό το τετράστιχο του μεγάλου Αργεντινού ποιητή.
ΨΥΧΗ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ
Μια μέρα, κει κοντά στο σούρουπο,
καθώς σε αποχαιρετούσα όπως συνήθιζα,
μια θλίψη αμυδρή αποχωρισμού
μ' έκανε να αισθανθώ πως σ' αγαπούσα.
Από το βιβλίο Χρυσαφένιες ώρες (Las horas doradas)
Μετάφραση (από το βιβλίο Εφτά νύχτες): Αχιλλέας Κυριακίδης
"Ίσως η πιο όμορφη στροφή του Λεοπόλδο Λουγόνες", γράφει ο Μπόρχες γι' αυτό το τετράστιχο του μεγάλου Αργεντινού ποιητή.
ΨΥΧΗ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ
Μια μέρα, κει κοντά στο σούρουπο,
καθώς σε αποχαιρετούσα όπως συνήθιζα,
μια θλίψη αμυδρή αποχωρισμού
μ' έκανε να αισθανθώ πως σ' αγαπούσα.
Από το βιβλίο Χρυσαφένιες ώρες (Las horas doradas)
Μετάφραση (από το βιβλίο Εφτά νύχτες): Αχιλλέας Κυριακίδης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

