Συγγραφέας: Miguel de Cervantes
Τίτλος πρωτοτύπου: El coloquio de los perros
Είδος έργου: Διήγημα
1η έκδοση στην ισπανική γλώσσα: 1613
Ελληνικός τίτλος: Ο διάλογος των σκύλων
ISBN: 9789602358771
Μετάφραση: Άγγελος Δόξας
Εκδόσεις: Γνώση
Έτος έκδοσης: 2015
Αριστούργημα που θεωρήθηκε από την κριτική ισάξιο του Δον Κιχώτη, ο Διάλογος των σκύλων ανήκει στις Υποδειγματικές διηγήσεις του Θερβάντες και αποτελεί συνέχεια της ιστορίας Γάμος ψεύτης. Ένας επίδοξος μνηστήρας, άθλια εξαπατημένος από τη μέλλουσα γυναίκα του, καταλήγει στο Νοσοκομείο της Αναστάσεως, στη Βαγιαδολίδ, μ' ένα βαρύτατο αφροδίσιο νόσημα. Εκεί, από το ανοιχτό παράθυρο του θαλάμου του, ακούει τα μεσάνυχτα δυο σκύλους που κουβεντιάζουν. Οι σκύλοι κουτσομπολεύουν τα αφεντικά τους και τους ανθρώπους της γειτονιάς, κάνουνε φύλλο φτερό τα ήθη και την κοινωνία της εποχής τους, και ο Θερβάντες αφήνει τον αναγνώστη ν' αποφασίσει μόνος του αν η συζήτηση είναι αληθινή, ή αν υπάρχει μόνο στη φαντασία ενός αρρώστου που ψήνεται στον πυρετό.
Βρείτε το βιβλίο: https://www.protoporia.gr/
Navigation
Navigation
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 20 Ιουλίου 2024
Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2021
Βιβλίο - «Απρόσμενη επίσκεψη» - Συλλογή διηγημάτων του Μάριο Βάργας Λιόσα
Μια παλιά -κι ίσως δύσκολο να βρεθεί- αλλά ενδιαφέρουσα έκδοση της βραβευμένης σχετικής συλλογής διηγημάτων του νομπελίστα συγγραφέα από το Περού Μάριο Βάργας Λιόσα.
Συγγραφέας: Mario Vargas Llosa
Τίτλος πρωτοτύπου: Los jefes
Είδος έργου: Συλλογή διηγημάτων
1η έκδοση στην ισπανική γλώσσα: 1959
Ελληνικός τίτλος: Απρόσμενη επίσκεψη
Μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη
Εκδόσεις: Εξάντας
Έτος έκδοσης: 1983
Ο Μάριο Βάργας Λιόσα γεννήθηκε το 1936 στην Αρεκίπα του Περού. Ένα μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας το πέρασε στην Βολιβία απ' όπου ξαναγύρισε στην Λίμα για να τελειώσει το κολλέγιο και μετά φιλολογία στο Πανεπιστήμιο San Marcos.
Το 1958 στην Ισπανία κέρδισε το βραβείο Leopoldo Alas με την συλλογή διηγημάτων του Los Jefes και το 1967 με το μυθιστόρημά του Το Πράσινο Σπίτι το βραβείο Romulo Callegos, μία από τις σπουδαιότερες διακρίσεις στην ισπανική γλώσσα.
Έμεινε για αρκετό διάστημα στο Λονδίνο όπου δίδαξε σε διάφορα Πανεπιστήμια και κατέληξε στην Ισπανία όπου ζει μέχρι σήμερα.
(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Συγγραφέας: Mario Vargas Llosa
Τίτλος πρωτοτύπου: Los jefes
Είδος έργου: Συλλογή διηγημάτων
1η έκδοση στην ισπανική γλώσσα: 1959
Ελληνικός τίτλος: Απρόσμενη επίσκεψη
Μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη
Εκδόσεις: Εξάντας
Έτος έκδοσης: 1983
Ο Μάριο Βάργας Λιόσα γεννήθηκε το 1936 στην Αρεκίπα του Περού. Ένα μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας το πέρασε στην Βολιβία απ' όπου ξαναγύρισε στην Λίμα για να τελειώσει το κολλέγιο και μετά φιλολογία στο Πανεπιστήμιο San Marcos.
Το 1958 στην Ισπανία κέρδισε το βραβείο Leopoldo Alas με την συλλογή διηγημάτων του Los Jefes και το 1967 με το μυθιστόρημά του Το Πράσινο Σπίτι το βραβείο Romulo Callegos, μία από τις σπουδαιότερες διακρίσεις στην ισπανική γλώσσα.
Έμεινε για αρκετό διάστημα στο Λονδίνο όπου δίδαξε σε διάφορα Πανεπιστήμια και κατέληξε στην Ισπανία όπου ζει μέχρι σήμερα.
(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ετικετες
Βιβλια,
Διήγημα,
Λογοτεχνία,
Μεταφραση,
Περουβιανή λογοτεχνία
Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2021
«Ραφαέλ» - Διήγημα της Άνα Μαρία Ματούτε
Ana María Matute (1925-2014)
Ραφαέλ (1963)
Μετάφραση: Μαρίνα Δήμου, Ηλίας Οικονομόπουλος (2021)
Ο Ραφαέλ ήταν ένα ξανθό, γαλανομάτικο αγόρι, γιος κάποιων ευκατάστατων καλλιεργητών του χωριού. Είχε μερικά μεγαλύτερα και μικρότερα από αυτόν αδέρφια, που ζούσαν και εργάζονταν στον κάμπο, όπως οι περισσότεροι από τους κατοίκους. Επειδή όμως εκείνος ήταν διαφορετικός, αποτελούσε ενόχληση για την οικογένειά του. Έτσι τον έστειλαν στα βουνά με το κοπάδι του και πολύ σπάνια κατέβαινε στο χωριό.
Τον θυμάμαι πολύ καλά τον Ραφαέλ να περνάει τον λόφο Σεστίλ, πίσω απ’ το σπίτι μας, με το κοπάδι του. Εμείς τον Ραφαέλ τον αγαπούσαμε, γιατί ήταν γλυκός, αξιαγάπητος κι έλεγε πολύ ξεχωριστά πράγματα. Εξαιτίας όμως αυτών των ιδιαίτερων πραγμάτων που έκανε κι έλεγε, τον απομάκρυναν τ’ αδέρφια του και οι γονείς του. Αλλά αυτός ακριβώς ο λόγος ήταν που προσείλκυε τη δική μας τρυφερότητα. Παρόλο που δεν καταφέρναμε να καταλάβουμε τελείως αυτό που συνέβαινε στον Ραφαέλ, το να τον βλέπουμε πάντα μας ευχαριστούσε. Έτσι, όταν φαινόταν η μικροσκοπική φιγούρα του πάνω από τους βράχους του φαραγγιού, βγαίναμε και κάνοντας χωνί τα χέρια μας στο στόμα, τον φωνάζαμε. Τότε αυτός τραγουδούσε. Όπως έλεγαν οι μεγαλύτεροι, το έκανε πολύ άσχημα και οι υπηρέτριες ακούγοντάς τον έκλαιγαν από τα γέλια. Όμως εμάς μας άρεσε κι ακόμα, μερικές φορές, μας συγκινούσε.
Ο Ραφαέλ αγαπούσε πολύ τον πατέρα μου κι ήταν ο μόνος στον οποίο είχε εμπιστοσύνη και του έλεγε τα μυστικά του. Μας άρεσε να τον βλέπουμε να έρχεται, μ’ εκείνη την αόριστη έκφρασή του, και να μας λέει:
«Είναι εδώ ο πατέρας σας; Πρέπει να του μιλήσω».
Ο πατέρας μου τον άκουγε πάντα με υπομονή. Ο Ραφαέλ είχε μια εμμονή: να παντρευτεί. Όμως καμιά κοπέλα του χωριού δεν τον ήθελε κι έτσι κατασκεύαζε αρραβωνιαστικιές κατά πως του άρεσε. Θυμάμαι ότι μια φορά είχε φτιάξει ένα δαχτυλίδι από ασημόχαρτο.
«Βλέπετε;» είπε μ’ ένα χαμόγελο λίγο ζαβολιάρικο και λίγο αθώο.
«Είναι πολύ όμορφο» συμφώνησε ο πατέρας μου.
Το κομμάτι από το ασημόχαρτο γυάλιζε στον ήλιο, πάνω στο ροζιασμένο και σκούρο δάχτυλο. Ο Ραφαέλ χαμήλωσε τη φωνή…
Μετά έβγαλε ένα μεγάλο πορτοφόλι κι έδειξε τις φωτογραφίες των αρραβωνιαστικιών του. Έδειχναν ηθοποιούς του κινηματογράφου κι ήταν κομμένες από εφημερίδες και περιοδικά. Όλοι επικροτήσαμε το καλό του γούστο και ομολογώ ότι εμείς, τα παιδιά, πιστεύαμε επιφυλακτικά –αν και με μεγάλη ικανοποίηση– σ’ εκείνους τους τόσο όμορφους έρωτες.
Τα χρόνια πέρασαν κι ήρθε ο πόλεμος. Όταν επιστρέψαμε στη Μανθίγια, όλα είχαν αλλάξει εκτός από τον Ραφαέλ. Οι άνθρωποι ήταν λιγότερο αθώοι, λιγότερο ευγενικοί, λιγότερο ανιδιοτελείς. Μόνο ο Ραφαέλ, χωρίς νιάτα πια, συνέχιζε όπως πρώτα. Συνέχιζε να οδηγεί το κοπάδι του από πάνω απ’ τον Σεστίλ, μέσα απ’ το γρασίδι του Σεπτέμβρη. Μιλούσε ίσως λιγότερο και στα μάτια του υπήρχε μια λύπη που δεν είχαμε γνωρίσει ως τότε.
Μια μέρα η μαγείρισσα μάς είπε:
«Του Ραφαέλ του ‘χει χωθεί στο μυαλό πως όλα τα παιδιά του χωριού είναι δικά του».
Συχνά τον έβλεπε κανείς να παρακολουθεί κρυφά τα παιδιά… Υπήρχαν, ιδιαίτερα, δυο πολύ ξανθά παιδάκια, τα οποία λάτρευε. Τους έφερνε αμύγδαλα και καραμέλες, και τους έφτιαχνε σφυρίχτρες από καλάμια. Μια μέρα τους έφερε ένα κοτσύφι σ’ ένα κλουβί φτιαγμένο χοντροκομμένα απ’ τον ίδιο, και την άλλη μέρα μας είπαν:
«Τον κακόμοιρο τον Ραφαέλ! Ο πατέρας του του Αλφρεδίν και του Ματέο κουράστηκε πια μ’ αυτή την ιστορία. Τον περίμενε κρυμμένος, τον άρπαξε απ’ τ’ αυτί και τον έλιωσε στο ξύλο μ’ ένα παλούκι τόσο χοντρό! Μετά έδωσε μια τέτοια κλωτσιά στο κλουβί που το κοτσύφι έφυγε πετώντας, κι ήταν άλλο να σου λέω κι άλλο να το βλέπεις.
«Και τι έγινε με τον Ραφαέλ;»
«Τι ήθελες να γίνει; Με τη μύτη του ματωμένη, δαρμένος, έκατσε δίπλα στη μάντρα κι έκλαιγε».
Το κοτσύφι το είχε σκάσει κι ο Ραφαέλ ποτέ δεν βρήκε τον έρωτά του. Δεν τον ξαναείδαμε στα βουνά. Αρρώστησε, έμενε κλεισμένος σπίτι του και μόνο κατά τη Μέρα του Σταυρού, όταν περνούσε η λιτανεία, έγερνε στο παράθυρό του. Το πρόσωπό του, χλωμό και λυπημένο, έμοιαζε με πρόσωπο αγνώστου.
Ραφαέλ (1963)
Μετάφραση: Μαρίνα Δήμου, Ηλίας Οικονομόπουλος (2021)
Ο Ραφαέλ ήταν ένα ξανθό, γαλανομάτικο αγόρι, γιος κάποιων ευκατάστατων καλλιεργητών του χωριού. Είχε μερικά μεγαλύτερα και μικρότερα από αυτόν αδέρφια, που ζούσαν και εργάζονταν στον κάμπο, όπως οι περισσότεροι από τους κατοίκους. Επειδή όμως εκείνος ήταν διαφορετικός, αποτελούσε ενόχληση για την οικογένειά του. Έτσι τον έστειλαν στα βουνά με το κοπάδι του και πολύ σπάνια κατέβαινε στο χωριό.
Τον θυμάμαι πολύ καλά τον Ραφαέλ να περνάει τον λόφο Σεστίλ, πίσω απ’ το σπίτι μας, με το κοπάδι του. Εμείς τον Ραφαέλ τον αγαπούσαμε, γιατί ήταν γλυκός, αξιαγάπητος κι έλεγε πολύ ξεχωριστά πράγματα. Εξαιτίας όμως αυτών των ιδιαίτερων πραγμάτων που έκανε κι έλεγε, τον απομάκρυναν τ’ αδέρφια του και οι γονείς του. Αλλά αυτός ακριβώς ο λόγος ήταν που προσείλκυε τη δική μας τρυφερότητα. Παρόλο που δεν καταφέρναμε να καταλάβουμε τελείως αυτό που συνέβαινε στον Ραφαέλ, το να τον βλέπουμε πάντα μας ευχαριστούσε. Έτσι, όταν φαινόταν η μικροσκοπική φιγούρα του πάνω από τους βράχους του φαραγγιού, βγαίναμε και κάνοντας χωνί τα χέρια μας στο στόμα, τον φωνάζαμε. Τότε αυτός τραγουδούσε. Όπως έλεγαν οι μεγαλύτεροι, το έκανε πολύ άσχημα και οι υπηρέτριες ακούγοντάς τον έκλαιγαν από τα γέλια. Όμως εμάς μας άρεσε κι ακόμα, μερικές φορές, μας συγκινούσε.
Ο Ραφαέλ αγαπούσε πολύ τον πατέρα μου κι ήταν ο μόνος στον οποίο είχε εμπιστοσύνη και του έλεγε τα μυστικά του. Μας άρεσε να τον βλέπουμε να έρχεται, μ’ εκείνη την αόριστη έκφρασή του, και να μας λέει:
«Είναι εδώ ο πατέρας σας; Πρέπει να του μιλήσω».
Ο πατέρας μου τον άκουγε πάντα με υπομονή. Ο Ραφαέλ είχε μια εμμονή: να παντρευτεί. Όμως καμιά κοπέλα του χωριού δεν τον ήθελε κι έτσι κατασκεύαζε αρραβωνιαστικιές κατά πως του άρεσε. Θυμάμαι ότι μια φορά είχε φτιάξει ένα δαχτυλίδι από ασημόχαρτο.
«Βλέπετε;» είπε μ’ ένα χαμόγελο λίγο ζαβολιάρικο και λίγο αθώο.
«Είναι πολύ όμορφο» συμφώνησε ο πατέρας μου.
Το κομμάτι από το ασημόχαρτο γυάλιζε στον ήλιο, πάνω στο ροζιασμένο και σκούρο δάχτυλο. Ο Ραφαέλ χαμήλωσε τη φωνή…
Μετά έβγαλε ένα μεγάλο πορτοφόλι κι έδειξε τις φωτογραφίες των αρραβωνιαστικιών του. Έδειχναν ηθοποιούς του κινηματογράφου κι ήταν κομμένες από εφημερίδες και περιοδικά. Όλοι επικροτήσαμε το καλό του γούστο και ομολογώ ότι εμείς, τα παιδιά, πιστεύαμε επιφυλακτικά –αν και με μεγάλη ικανοποίηση– σ’ εκείνους τους τόσο όμορφους έρωτες.
Τα χρόνια πέρασαν κι ήρθε ο πόλεμος. Όταν επιστρέψαμε στη Μανθίγια, όλα είχαν αλλάξει εκτός από τον Ραφαέλ. Οι άνθρωποι ήταν λιγότερο αθώοι, λιγότερο ευγενικοί, λιγότερο ανιδιοτελείς. Μόνο ο Ραφαέλ, χωρίς νιάτα πια, συνέχιζε όπως πρώτα. Συνέχιζε να οδηγεί το κοπάδι του από πάνω απ’ τον Σεστίλ, μέσα απ’ το γρασίδι του Σεπτέμβρη. Μιλούσε ίσως λιγότερο και στα μάτια του υπήρχε μια λύπη που δεν είχαμε γνωρίσει ως τότε.
Μια μέρα η μαγείρισσα μάς είπε:
«Του Ραφαέλ του ‘χει χωθεί στο μυαλό πως όλα τα παιδιά του χωριού είναι δικά του».
Συχνά τον έβλεπε κανείς να παρακολουθεί κρυφά τα παιδιά… Υπήρχαν, ιδιαίτερα, δυο πολύ ξανθά παιδάκια, τα οποία λάτρευε. Τους έφερνε αμύγδαλα και καραμέλες, και τους έφτιαχνε σφυρίχτρες από καλάμια. Μια μέρα τους έφερε ένα κοτσύφι σ’ ένα κλουβί φτιαγμένο χοντροκομμένα απ’ τον ίδιο, και την άλλη μέρα μας είπαν:
«Τον κακόμοιρο τον Ραφαέλ! Ο πατέρας του του Αλφρεδίν και του Ματέο κουράστηκε πια μ’ αυτή την ιστορία. Τον περίμενε κρυμμένος, τον άρπαξε απ’ τ’ αυτί και τον έλιωσε στο ξύλο μ’ ένα παλούκι τόσο χοντρό! Μετά έδωσε μια τέτοια κλωτσιά στο κλουβί που το κοτσύφι έφυγε πετώντας, κι ήταν άλλο να σου λέω κι άλλο να το βλέπεις.
«Και τι έγινε με τον Ραφαέλ;»
«Τι ήθελες να γίνει; Με τη μύτη του ματωμένη, δαρμένος, έκατσε δίπλα στη μάντρα κι έκλαιγε».
Το κοτσύφι το είχε σκάσει κι ο Ραφαέλ ποτέ δεν βρήκε τον έρωτά του. Δεν τον ξαναείδαμε στα βουνά. Αρρώστησε, έμενε κλεισμένος σπίτι του και μόνο κατά τη Μέρα του Σταυρού, όταν περνούσε η λιτανεία, έγερνε στο παράθυρό του. Το πρόσωπό του, χλωμό και λυπημένο, έμοιαζε με πρόσωπο αγνώστου.
Ετικετες
Διήγημα,
Λογοτεχνία,
Μεταφραση
Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2021
Βιβλίο - «Ο κάμπος στις φλόγες» του Χουάν Ρούλφο
Συγγραφέας: Juan Rulfo
Τίτλος πρωτοτύπου: El llano en llamas
Είδος έργου: Διηγήματα
1η έκδοση στην ισπανική γλώσσα: Fondo de Cultura Económica, Μεξικό 1953
Ελληνικός τίτλος: Ο κάμπος στις φλόγες
Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις: Πατάκης
Σειρά: Σύγχρονοι κλασικοί
Έτος έκδοσης: 2011
Το 1953, ο Χουάν Ρούλφο δημοσιεύει μια συλλογή διηγημάτων, τον Κάμπο στις φλόγες, που παρότι λίγη αίσθηση προκάλεσε τη στιγμή της έκδοσης του, γρήγορα απέκτησε οικουμενική διάσταση και παγκόσμια φήμη. Δύο χρόνια αργότερα το μυθιστόρημα Πέδρο Πάραμο θα τον καθιερώσει ως συγγραφέα. Δεκαεπτά διηγήματα κι ένα μυθιστόρημα, κάποια σενάρια για τον κινηματογράφο, και μετά η τριαντάχρονη σιωπή μέχρι τον θάνατό του. Σύντομο και πυκνό δείγμα μιας απαράμιλλης συγγραφικής ωριμότητας, το έργο του θα γίνει θρύλος.
Στα δεκαεπτά διηγήματα αυτής της συλλογής συναντάμε όλους τους τόπους και τις θεματικές που στοιχειώνουν το έργο αυτού του ολιγογράφου συγγραφέα. Η επαρχία του Χαλίσκο, ο εμφύλιος πόλεμος των Κριστέρος, η καθημερινή ζωή των χωρικών, η άγονη και εγκαταλελειμμένη γη, η μετανάστευση, η εκδίκηση, η αιμομιξία, η ανθρώπινη οδύνη, ο θάνατος, συχνά βίαιος και ξαφνικός, η συλλογική φωνή της κοινότητας ζωντανεύουν σ' αυτές τις σύντομες αφηγήσεις, δημιουργώντας ένα μοναδικό σύμπαν όπου η ποίηση συναντά την προφορικότητα, το πραγματικό ανοίγεται στο εξωπραγματικό, ένα σύμπαν στοιχειωμένο από μια μεταφυσική της απελπισίας.
(Απόσπασμα από την παρουσίαση του βιβλίου στο οπισθόφυλλο)
Μια ενδιαφέρουσα κριτική για το έργο: https://marginalia.gr/
Τίτλος πρωτοτύπου: El llano en llamas
Είδος έργου: Διηγήματα
1η έκδοση στην ισπανική γλώσσα: Fondo de Cultura Económica, Μεξικό 1953
Ελληνικός τίτλος: Ο κάμπος στις φλόγες
Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις: Πατάκης
Σειρά: Σύγχρονοι κλασικοί
Έτος έκδοσης: 2011
Το 1953, ο Χουάν Ρούλφο δημοσιεύει μια συλλογή διηγημάτων, τον Κάμπο στις φλόγες, που παρότι λίγη αίσθηση προκάλεσε τη στιγμή της έκδοσης του, γρήγορα απέκτησε οικουμενική διάσταση και παγκόσμια φήμη. Δύο χρόνια αργότερα το μυθιστόρημα Πέδρο Πάραμο θα τον καθιερώσει ως συγγραφέα. Δεκαεπτά διηγήματα κι ένα μυθιστόρημα, κάποια σενάρια για τον κινηματογράφο, και μετά η τριαντάχρονη σιωπή μέχρι τον θάνατό του. Σύντομο και πυκνό δείγμα μιας απαράμιλλης συγγραφικής ωριμότητας, το έργο του θα γίνει θρύλος.
Στα δεκαεπτά διηγήματα αυτής της συλλογής συναντάμε όλους τους τόπους και τις θεματικές που στοιχειώνουν το έργο αυτού του ολιγογράφου συγγραφέα. Η επαρχία του Χαλίσκο, ο εμφύλιος πόλεμος των Κριστέρος, η καθημερινή ζωή των χωρικών, η άγονη και εγκαταλελειμμένη γη, η μετανάστευση, η εκδίκηση, η αιμομιξία, η ανθρώπινη οδύνη, ο θάνατος, συχνά βίαιος και ξαφνικός, η συλλογική φωνή της κοινότητας ζωντανεύουν σ' αυτές τις σύντομες αφηγήσεις, δημιουργώντας ένα μοναδικό σύμπαν όπου η ποίηση συναντά την προφορικότητα, το πραγματικό ανοίγεται στο εξωπραγματικό, ένα σύμπαν στοιχειωμένο από μια μεταφυσική της απελπισίας.
(Απόσπασμα από την παρουσίαση του βιβλίου στο οπισθόφυλλο)
Μια ενδιαφέρουσα κριτική για το έργο: https://marginalia.gr/
Ετικετες
Βιβλια,
Διήγημα,
Λογοτεχνία,
Μεξικανική λογοτεχνία
Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019
"Νυκτουρία" - Διήγημα

"Σκάκι των τεσσάρων εποχών ή 'Τετρεποχικό' σκάκι"
Από το Libro de los Juegos (Βιβλίο των Παιγνίων)
του Αλφόνσου Ι' του Σοφού
(Πηγή φωτογραφίας)
****Ακόμα μια ενδιαφέρουσα συνεργασία του φίλου του ιστολογίου που υπογράφει με το ψευδώνυμο "Καλοπροαίρετος", για την οποία τον ευχαριστούμε πολύ.
Νυκτουρία
- Πάλι;
- Πάλι. Ρολόι το άτιμο.
- Θα σηκωθείς;
- Όχι, θα ξεξυπνήσω για τα καλά• επιτόπου, στην κοιτωνίδα. Θα με πάει άλλη μία σε είκοσι λεπτά, και μετά τέλος, θα με αφήσει ήσυχο μέχρι το πρωί.
- Κι εγώ λαγοκοιμάμαι, μη νομίζεις• το 'βρασα με τη σιέστα. Θέλεις να παίξουμε ένα προφορικό τετρεποχικό, να ξεγελάσουμε την ώρα;
- Μπα• ύστερα από τριάντα χρόνια γάμου, έχουμε μάθει απέξω και ανακατωτά ο ένας τα κόλπα και τα στρατηγήματα του άλλου, δεν υπάρχει παρτίδα που να μην έχουμε ξαναπαίξει. Αν είναι, λίγη κουβεντούλα, να μου έρθουν και τα τελευταία, και να ξανακοιμηθώ.
- Θέλεις να παραβγούμε στην ποίηση;
- Γιατί όχι; Μόνο Μανρίκε μην πιάσεις, είναι βαρύς για δύο τα χαράματα• καμιά σερανίγια ή κανένα ρομανθέρο, μέχρι εκεί. Ξεκινώ: Μια σταλιά είν' η καρδερίνα και τ' αηδόνι μια σταλιά...
- ....κι όμως πιο γλυκά λαλούνε κι απ' τα πιο τρανά πουλιά• (1) Αρχιερέας Ρούιθ. Εύκολο. Σειρά μου: Σε πανέμορφη κοιλάδα ροδολούλουδα γεμάτη...
- ...είδα τρεις καλοκυράδες που γυρεύαν την αγάπη• (2) Μαρκήσιος ντε Σαντιλιάνα. Αφελείς κοινοτοπίες• με μουσική υπόκρουση κάτι πάει κι έρχεται, ξεροσφύρι όμως δεν πάνε κάτω με τίποτα.
- Έπη δεν παίζουν;
- Ιππότες και ανδραγαθήματα θέλει η κουτσούνα μου; Τέτοια να σου φτιάξω εγώ στο γόνατο όσα θέλεις. Λοιπόν, άκου:
Η μεγαλοθυμία του Καπιτάν Γκονθάλο Φερνάντεθ της Κόρδοβα
Ο δον Γκονθάλο κίνησε να πάρει τη Γρανάδα.
Σύναξε και αρμάτωσε πιστούς στο βασιλέα,
δυο πήχες λάβαρο έσιαξε για τον μπαϊρακτάρη,
και σάλπιγγα βροντόφωνη του μπουραζάνη ορίζει.
Καβάλησε τον ρούσσο του, στον κάμπο ροβολάει.
Άστραφτ' η πανοπλία του σαν το κρουστό μπακίρι.
Πέμπει μπροστά βηματιστή, αντάμα κι ιχνηλάτη,
δρόμο κρυφό να εύρουνε, στην πλάτη να τους βγούνε.
Πήγανε, βάλανε ντορό και μυστικά σημάδια,
γυρίσαν, και του Καπιτάν μηνύσαν το χαμπέρι.
Ξεκίνησαν οι Χριστιανοί σαν έπεσε το δείλι,
στον ύπνο να τους πιάσουνε τους άπιστους τους Μόρους.
Ατός του στρατηλάταγε στο άτι του απάνω,
κι έδινε θάρρος του μιανού, εγκάρδιωνε τον άλλο.
Εκεί προς τα μεσάνυχτα, είχανε πια ζυγώσει,
χαμένο βρίσκουν τον ντορό, άφαντα τα σημάδια.
Στη στράτα εξεσείρισαν, αλλόγυρους εκάναν.
Αντάρα ξεσηκώθηκε, τον φταίχτη για να βρούνε.
- Αρχόντοι και κοντόσταυλοι, σκούταροι και πεόνες,
δεν φταίει ο βηματιστής, μήτε ο ιχνηλάτης.
Σημάδια βάλανε σωστά, ντορό καλό εφτιάξαν.
Αέρηδες τα σάρωσαν, νεροσυρμές τα ήπιαν.
Σπολλάτη σου, βηματιστή, άφεριμ, ιχνηλάτη.
Παινέματα σάς πρέπουνε και όχι κατηγόριες.
Στο δείπνο που θα στρώσουμε σαν διώξουμε τους Μόρους,
δίπλα μου θα καθήσετε στο γιορτινό τραπέζι.
- Μμμ, δεν είναι κακό...
- ...αλλά δεν είναι και καλό. Εντάξει, καλό είναι, αν λογαριάσεις ότι το ταίριαξα από μνήμης σε λίγα λεπτά• και κάλλιστο, αν το συγκρίνεις με τα πιλάφια της Ανθολογίας του Μπαένα. Παρατήρησες κάτι;
- Εξέταση μού κάνεις; Προφανές: ιστορεί σημερινά γεγονότα, με τη γλώσσα και την τεχνοτροπία του Άσματος του μίο Θιδ, τρεις αιώνες πίσω.
- Πάντα έλεγα ότι έχεις αντίληψη.
- Τίποτα καινούργιο πες. Σήκω να το γράψεις, θα το ξεχάσεις. Να σου ανάψω το καντηλέρι στο σεκρετάριο;
- Ούτε σηκώνομαι, ούτε φώτα θέλω• δεν θα με παίρνει μετά ο ύπνος. Κι έπειτα, σιγά τη νέα Αινειάδα. Να είχε κάποια πρωτοτυπία, να ήταν, ας πούμε, αφηγητής το σπαθί τού Καπιτάν Γκονθάλο, ή να προχωρούσε η διήγηση με ανάποδη χρονική σειρά, να το συζητούσαμε.
- Πρωτοποριακές συλλήψεις, δεν νομίζω ότι ο κόσμος είναι έτοιμος να τις δεχτεί και να τις καταλάβει. Το άλλο, προχωράει;
- Ποιο, εκείνη η ραψωδία για τα ταξίδια του Γενουάτη που σκαρώνω; Κοντεύω, στο χτένισμα είμαι τώρα, στην δέκατη ωδή βρίσκομαι, δώδεκα έχει συνολικά. Ό,τι αξίζει όμως είναι η καινοτόμα μετρική του: έχω εξελίξει την τέρτσα ρίμα του Δάντη, ώστε να απομνημονεύεται και στη συνέχεια να απαγγέλλεται ή και να τραγουδιέται ευκολότερα. Όταν το τελειώσω, θα το σπρώξω τεχνηέντως σε κανένα τροβαδούρο της αυλής, να του βάλει μουσική και να το παρουσιάσει για δικό του. Αλλά γιά στάσου, εσύ πού τα ξέρεις αυτά; Κατάλαβα, σκάλιζες τα συρτάρια μου. Ποιος σου έβγαλε αντικλείδι; Μη μου πεις, ο οπλουργός• καλά τον είχα υποπτευθεί εγώ.
- Ποια ραψωδία και ποιος οπλουργός, χριστιανέ μου; Ιδέα δεν έχω γι' αυτά, πρώτη φορά τ' ακούω. Για τη γιεσερία των κιόνων στην αίθουσα των κατόπτρων έλεγα αν προχωράει• έχουμε δεξίωση μεθαύριο, και η σάλα είναι τίγκα στο ροκανίδι.
- Τι, μόνος μου καρφώθηκα; Πάλι τὸν καῦκον ἔπιες, πάλιν τὸν νοῦν ἀπώλεσας, γέρο μου. Τσιμουδιά εσύ, έτσι; Αν μάθουν οι υπήκοοί μας ότι ο βασιλιάς τους δεν είναι ένας αποφασιστικός πολέμαρχος, αλλά ένας αιθεροβάμων ποετάστρος, να ξέρεις, θα προφτάσω κι εγώ στον εξομολογητή σου ότι διασκεδάζεις με παίγνια αυτών των ανθρωποφάγων• και τότε... τσίκνα μού μυρίζει.
- Δεν ανησυχώ• ακόμα και αν με έβλεπε ο Φράυ Φρανθίσκο, θα έκανε τα στραβά μάτια: τον κρατάμε στα γερά, σου θυμίζω.
- Θα τα αρνηθεί όλα, ο έκφυλος εσχατόγηρος.
- Ας ανοίξει αυτός το θέμα, και θα δούμε τίνος είν' το πάνω πάνω. Αν είναι κατακριτέα μια καθ΄όλα ευσεβής και ελεήμων βασίλισσα που παίζει πατόλλι, τότε τι είναι ένας ανώτατος ιερωμένος που, εκτός του ότι έχει καταπατήσει κατάφωρα τον όρκο του για πενία και ακτημοσύνη, πασπατεύει, δήθεν πατρικά, την υπ...
- Πάψε.
- Όχι, δεν παύω. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, τον έχεις ξανοίξει πώς κοιτάει σαν ξελιγωμένος τον...
- Πάψε, είπα• το απαιτώ εγώ, ο κύρης και αφέντης σου.
- Κύρη έχουν τα καράβια, και αφέντη τα σκυλιά• και, για την περίπτωση που το ξέχασες, Tanto monta, monta tanto, Isabel como Fernando.
- Να τα, μου ήρθαν και τα τελευταία.
- Α, ώστε αλλάζουμε κουβέντα όταν δεν μας συμφέρει, ε;
- Πώς μου αρέσει ο ήχος της πορσελάνης...
- Και με ζητάγανε καν και καν. Παστρέψου τουλάχιστον λίγο• όχι στο μεταξωτό σεντόνι, ανεπρόκοπε!
- Τι σου έλεγα; Ρολόι• όπου να 'ναι αλλάζει και η φρουρά.
- Με γεια τ' αυτιά, μόλις άλλαξαν• δεν άκουσες τις κλαγγές από τις αλαβάρδες; Όλο και κουφαίνεσαι, μου φαίνεται.
- Κι εγώ σ' αγαπώ. Ύπνον ελαφρύ.
Οι στίχοι στο πρωτότυπο:
(1) Chica es la calandrina, et chico el ruysennor, / pero más dulçe canta que otra ave mayor, από το De las propiedades que las duennas chicas han (Για τα καλά που έχουν οι κοντές γυναίκες), του Αρθιπρέστε Χουάν Ρούιθ (1283-1350), μετάφραση Ηλίας Ματθαίου.
(2) Por una gentil floresta / de lindas flores e rosas, / vide tres damas fermosas / que de amores han requesta, από το Villancico que hizo el Marqués a tres hijas suyas (Βιλιανθίκο σε τρεις από τις κόρες του), του Μαρκήσιου ντε Σαντιλιάνα (1398-1458), μετάφραση Ηλίας Ματθαίου.
Ετικετες
Γενικά,
Διήγημα,
Λογοτεχνία,
Συνεργασιες
Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013
Cuento árabe
Dos amigos viajaban por el desierto y en un determinado punto del viaje discutieron.
El otro, ofendido, sin nada que decir, escribió en la arena:
"Hoy mi mejor amigo me pegó una bofetada en el rostro".
Siguieron adelante y llegaron a un oasis donde resolvieron bañarse. El que había sido abofeteado y lastimado comenzó a ahogarse, siendo salvado por el amigo. Al recuperarse tomó un estilete y escribió en una piedra: "Hoy mi mejor amigo me salvó la vida".
Intrigado, el amigo preguntó: -¿Por qué, después que te lastimé, escribiste en la arena, y ahora escribes en una piedra?
Sonriendo, el otro amigo respondió: -Cuando un gran amigo nos ofende, deberemos escribir en la arena donde el viento del olvido y el perdón se encargarán de borrarlo y apagarlo; por otro lado, cuando nos pase algo grandioso, deberemos grabarlo en la piedra de la memoria del corazón donde viento ninguno en todo el mundo podrá borrarlo.
Πηγή: http://www.ciudadseva.com/textos/cuentos/otras/anon/arabe/amigos.htm
Siguieron adelante y llegaron a un oasis donde resolvieron bañarse. El que había sido abofeteado y lastimado comenzó a ahogarse, siendo salvado por el amigo. Al recuperarse tomó un estilete y escribió en una piedra: "Hoy mi mejor amigo me salvó la vida".
Intrigado, el amigo preguntó: -¿Por qué, después que te lastimé, escribiste en la arena, y ahora escribes en una piedra?
Sonriendo, el otro amigo respondió: -Cuando un gran amigo nos ofende, deberemos escribir en la arena donde el viento del olvido y el perdón se encargarán de borrarlo y apagarlo; por otro lado, cuando nos pase algo grandioso, deberemos grabarlo en la piedra de la memoria del corazón donde viento ninguno en todo el mundo podrá borrarlo.
Πηγή: http://www.ciudadseva.com/textos/cuentos/otras/anon/arabe/amigos.htm
Κυριακή 24 Μαΐου 2009
Μάριο Μπενεντέττι (1920-2009)
Πολύ πρόσφατα έφυγε για πάντα από τη ζωή ο μεγάλος Ουρουγουανός συγγραφέας Μάριο Μπενεντέττι (Mario Benedetti, 1920-2009), αφήνοντας ένα μεγάλο κενό στη λογοτεχνία της χώρας του αλλά, γιατί όχι, και στην παγκόσμια λογοτεχνία.
Πολυγραφότατος και ακάματος συγγραφέας, άφησε πίσω του ένα τεράστιο σε έκταση έργο, που περιλαμβάνει σχεδόν κάθε είδος του λογοτεχνικού λόγου: ποίηση, μυθιστόρημα, λογοτεχνική κριτική, διήγημα, δοκίμιο, θέατρο, δημοσιογραφία, ακόμη και χιούμορ και στίχους για τραγούδια. Περνώντας από το ένα λογοτεχνικό είδος στο άλλο, συνειδητοποίησε ότι τα σύνορα ανάμεσά τους είναι αδιόρατα. Έτσι τα διηγήματά του και τα μυθιστορήματά του διαπνέονται από έναν κρυμμένο λυρισμό, ακόμη και το χιούμορ του είναι κριτικό, κτλ.
Στο παρακάτω πρωτότυπο βίντεο ζωντανεύεται μέσω της τεχνικής animation το συγκλονιστικό διήγημά του La noche de los feos (Η νύχτα των άσκημων), που είναι ένας ύμνος στην ανθρωπιά, την αβάσταχτη ανάγκη για συντροφιά και τον έρωτα. Μάλιστα εδώ ο τελευταίος παίζει ένα καταλυτικό ρόλο. Με αυτόν μπορεί να ξεπεραστεί ακόμα και η πιο απάνθρωπη και καταδικαστική μοναξιά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



